ΧΟΡΗΓΟΙ

Το κορίτσι των Άστρων


ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ.

Ήταν ένα βροχερό χειμωνιάτικο απόγευμα, σαν όλα τα υπόλοιπα που είχε ζήσει η Βεατρίκη σ΄ εκείνο το σπίτι στον λόφο. Στεκόταν στο παράθυρο της κι αγνάντευε, όπως συνήθιζε να κάνει όλα τα βροχερά απογεύματα, την βροχή που κυλούσε από την μαρκίζα πάνω στο παράθυρο της και αλλοίωνε λόγω της διάθλασης την εικόνα του τοπίου. Πόσο γνώριμο και οικείο ήταν το τοπίο εκείνο. Το έβλεπε καθημερινά, το είχε εξερευνήσει όλο πιθαμή προς πιθαμή, αλλά κάτι βαθιά μέσα της την έκανε να πιστεύει ότι ή πρώτη φορά που το αντίκρισε ,από τότε που ήρθαν σ΄ αυτό το σπίτι, ήταν η καταλυτική. Της έφτανε αυτή η πρώτη φορά για να θυμάται τα πάντα, να μπορεί να τα περιγράψει, να μπορεί να τα ζωγραφίσει, να μπορεί να αισθάνεται τις μυρωδιές του βρεγμένου χώματος, την αλμύρα της θάλασσας και την μεθυστική ευωδιά των κυκλάμινων που στόλιζαν τον λόφο.
     
Η βαμμένη πράσινη αυλόπορτα του κήπου της, οδηγούσε στο μονοπάτι, που το δεξί του δίχαλο σε ανέβαζε στην κορυφή του λόφου και η αριστερή του παράκαμψη κατηφόριζε στην θάλασσα. Η θάλασσα που φαινόταν από το παράθυρο της, ανταριασμένη και άγρια, χτυπούσε με πρωτόγνωρη μανία εκείνο το απόγευμα το βράχο, που ορθωνόταν μπροστά από την μικρή μαγευτική παραλία, λες κι΄ ήθελε να καταπιεί το βράχο και μετά να παρασύρει στο διάβα της οτιδήποτε εύρισκε μπροστά της.

Ξαφνικά η Βεατρίκη πάγωσε με την όψη που είχε πάρει το τοπίο από την μανία της θάλασσας. Μια απρόσμενη σκέψη της καρφώθηκε σαν πυρωμένο σίδερο στο μυαλό της, τα μηνίγγια της κόντευαν να σπάσουν από την ένταση της στιγμής, η αναπνοή της είχε κοπεί και το αίμα της είχε παγώσει. Η μικρή σπηλιά, το κουτί της. Η θάλασσα έτσι όπως ήταν σήμερα μπορούσε να φτάσει την σπηλιά; Θα μπορούσε και να παρασύρει το κουτί της;

Η μικρή σπηλιά, αναπαύονταν  λίγο πάνω από την μικρή παραλία, όπου μόνο εκείνη από μικρό κοριτσάκι πήγαινε, “οι άλλοι” φοβόντουσαν. Η απόσταση ήταν μικρή, έπρεπε να ανέβεις καμιά εικοσαριά μέτρα μόνον, αλλά μονοπάτι δεν υπήρχε κι έτσι ήσουν αναγκασμένος να σκαρφαλώσεις προσεκτικά τον κατακόρυφο βράχο πατώντας από πέτρα σε πέτρα κι έπειτα ήταν και το άλλο, η είσοδος της ήταν πολύ στενή για χωρέσουν “οι άλλοι” και είχε κι τρίτο κακό που μεγάλωνε το φόβο τους ακόμα περισσότερο, το εσωτερικό της ήταν ανήλιαγο. Καλλίτερο μέρος δεν θα μπορούσε να έχει για κρυψώνα η Βεατρίκη, όταν βρήκε εκείνο το παράξενο κουτί στην μικρή παραλία.

Το κουτί το είχε βρει πριν από δέκα μήνες, στην μικρή ακρογιαλιά. Το είχε ξεβράσει η θάλασσα και το είχε δει μόνο εκείνη από το παράθυρο της. Χωρίς να αναφέρει τίποτα σε κανένα, έβαλε φτερά στα πόδια της κι έτρεξε στην παραλία. Άδραξε το κουτί και χωρίς δεύτερη σκέψη ανέβηκε στην μικρή σπηλιά για να το φυλάξει από τα αδιάκριτα μάτια τους. Αποφάσισε ότι αυτό θα ήταν το μυστικό της ζωής της, ποτέ κανένας και για οποιοδήποτε λόγο δεν θα μάθαινε την ύπαρξη του και το πιθανό περιεχόμενο του. Γύρισε αμέσως στο σπίτι, για να μην καταλάβουν την απουσία της “οι άλλοι”. Θα είχε χρόνο την άλλη μέρα για να το ψάξει, όμως από την αγωνία και την αδημονία της, δεν κατάφερε να κοιμηθεί εκείνο το βράδυ.

Την επόμενη μέρα, μετά την αναχώρηση “των άλλων”, η Βεατρίκη κατέβηκε σαν τον ανεμοστρόβιλο το μονοπάτι, σκαρφάλωσε στα βραχάκια της παραλίας κι έφτασε στην σπηλιά. Πήρε το κουτί στα χέρια της και άρχισε να το επεξεργάζεται. Τι μέταλλο ήταν αυτό; Δεν είχε ξανασυναντήσει κάτι παρόμοιο στην ζωή της. Το χρώμα του ήταν μια απόχρωση του χρυσοπράσινου μαζί με τόνους γαλάζιου, η λάμψη του στο φως της ημέρας ήταν εκτυφλωτική και αίσθηση της αφής του δεν ήταν αυτή του κρύου μετάλλου, αλλά μία ζεστή παράξενη, αλλόκοτη για τέτοιο υλικό αίσθηση. Και τι ήταν αυτά τα παράξενα σχήματα που διακοσμούσαν το πάνω μέρος του κουτιού; Προσπάθησε ν΄ ανοίξει το κουτί αλλά μάταια και τότε αναρωτήθηκε μήπως τα σχήματα δεν ήταν σχήματα απλώς, αλλά κάποιος κώδικας που η λύση του θα οδηγούσε στο άνοιγμα του.

Έκατσε πολλές ώρες παρατηρώντας το και προσπαθώντας να καταλάβει το νόημα, αν υπήρχε, των σχημάτων. Ένας ήλιος; ή ένα αστέρι; ψηλά πάνω αριστερά ,στην μέση μια περίεργη γραφή χωρίς κανένα απολύτως νόημα για εκείνη και στην κάτω πλευρά του μία εικόνα που έμοιαζε καταπληκτικά (ή μήπως ήταν;) με την αγαπημένη της παραλία και μία πολύ μικρή τρύπα δεξιά, απ΄ όπου δεν μπορούσε να διακρίνει αν υπήρχε κάτι μέσα στο κουτί. Ούτε που κατάλαβε πόσες ώρες είχαν περάσει, όταν άκουσε την βροντερή φωνή του πατριού της να την καλεί με το όνομά της. Αποτύπωσε πρόχειρα στο μπλοκ της ζωγραφικής της τα περίεργα σύμβολα (πάντα το έπαιρνε μαζί της στην ακρογιαλιά και ζωγράφιζε ώρες ατέλειωτες) κι έφυγε τρέχοντας για το σπίτι. Στην ερώτηση τους για το που ήταν απάντησε ατάραχη “στην παραλία, ζωγράφιζα ένα μπρίκι που πέρναγε”, δείχνοντας τους με υπερηφάνεια την ζωγραφιά της που είχε κάνει το προηγούμενο πρωινό.

Σκοπός της ζωής της από εκείνη την μέρα έγινε η λύση του αινίγματος. Κοίταζε ώρες ατέλειωτες κλεισμένη στο δωμάτιο της πότε το χαρτί που είχε ζωγραφίσει και πότε το ίδιο το παράξενο αντικείμενο, όταν έφευγαν “οι άλλοι” και έτρεχε στην σπηλιά της. Κανένας τους άλλωστε δεν παραξενεύονταν που η Βεατρίκη ήταν πάντα ωσεί παρούσα. Ο πατριός της τής είχε αποδώσει τον χαρακτηρισμό της αλλοπαρμένης και της αλαφροΐσκιωτης, η μητέρα της κουνούσε με συμπόνια το κεφάλι της και ποτέ δεν την προσφωνούσε με τ’ όνομά της αλλά με το παρατσούκλι “Αστροφεγγιά”, ο δε μικρός της αδελφός ποτέ δεν της έδινε σημασία. Ο μόνος που την καταλάβαινε ήταν ο σκύλος τους ο Ζακ, που πάντα ήταν κοντά της.

Οι μέρες, οι εβδομάδες και οι μήνες περνούσαν χωρίς η Βεατρίκη να βγάζει άκρη με την λύση του γρίφου. Μάλιστα κάθε φορά ο γρίφος γίνονταν όλο και πιο δύσκολος όλο και πιο περίεργος, λες και πεισματικά αρνιόταν την λύση του. Εντάξει σκέφτονταν, αυτό μπορεί να είναι ο ήλιος ή ένα αστέρι, αυτή είναι σίγουρα η παραλία μου (είχε αποφανθεί οριστικά γι αυτό αφού και η παραμικρή λεπτομέρεια της ήταν αποτυπωμένη στο σχεδιάγραμμα), τα περίεργα γράμματα όμως κι ή μικρή τρυπούλα τι διάολο ρόλο παίζουν; Είχαν περάσει εννέα μήνες από την εύρεση του κουτιού και λύση καμία δεν εύρισκε. Το αίνιγμα πεισματικά αρνιόταν την αποκάλυψη του σ΄ αυτήν που το είχε ανακαλύψει. Ως που την παραμονή των γενεθλίων της η λύση της φανερώθηκε σαν θεία αποκάλυψη. Τα περίεργα σύμβολα δεν ήταν τίποτα άλλο παρά αριθμοί και μάλιστα μερικοί απ΄ αυτούς επαναλαμβάνονταν με τυχαία σειρά (2 7 0 9 1 9 8 8 2 2 0 8 2 0 0 6 ).

Πάγωσε, δεν ήξερε τι να υποθέσει, οι αριθμοί που εμφανίστηκαν ξαφνικά μπροστά της αντιστοιχούσαν στην ημερομηνία και την ώρα της γέννησης της 27/09/1988 22.08 (τουλάχιστον αυτήν την ημερομηνία της είχαν αναφέρει “οι γονείς της” σαν την γενέθλιο της ημερομηνία). Οι σκέψεις άρχισαν να τρέχουν σαν ορμητικό ποτάμι μέσα στο μυαλό της και το κουβάρι του γρίφου άρχισε να ξετυλίγεται. Ένα κουτί που δείχνει ένα άστρο, η ημερομηνία γέννησής μου και η παραλία μου. 2006 η χρονιά που τρέχει. Και η τρυπούλα; Ναι αυτό είναι, ούρλιαξε εκφράζοντας με αυτό τον τρόπο τα συναισθήματα της που τόσα χρόνια ήταν στριμωγμένα μέσα της και περίμεναν την κατάλληλη ευκαιρία για να αποδράσουν. Αν σηκώσω το κουτί σκέφτηκε, αύριο το βράδυ την συγκεκριμένη ώρα με κατεύθυνση προς το άστρο αυτό, η ακτίνα του φωτός που θα περάσει μέσα από την τρυπούλα πιθανώς να ενεργοποιήσει κάποιον μηχανισμό και ν΄ ανοίξει το κουτί.

Τώρα πια ήταν σίγουρη για την λύση, άλλωστε τόσο καιρό που παρατηρούσε τον ουρανό με τα κιάλια του πατριού της για να βρει το αστέρι του κουτιού (αφού είχε επίσης αποκλείσει την πιθανότητα να ήταν ο ήλιος στο σχέδιο), όχι μόνον είχε βρει το άστρο αλλά διαπίστωσε προς μεγάλη της έκπληξη, απορία, αλλά και συγκίνηση παράλληλα ότι τα χρώματα που έβλεπε στο άστρο ήταν ακριβώς τα ίδια με αυτά του κουτιού όταν φεγγοβολούσε κάτω από το φως του ήλιου. Μια ακόμη απόδειξη. Επιπροσθέτως με την επίλυση του γρίφου και την αναζήτηση του άστρου της η Βεατρίκη είχε άρχισε ν΄ ασχολείται και με την αστρονομία. Πάντα σήκωνε το βλέμμα της τα βράδια ψηλά αγναντεύοντας το μαύρο βελούδο του ουρανού με τις εκατομμύρια πυγολαμπίδες (έτσι αποκαλούσε τα άστρα) που κρέμονταν εκεί πάνω, αλλά μέχρι τώρα δεν είχε ασχοληθεί συστηματικά. Διάβασε βιβλία, άρθρα, δοκίμια για τα αστέρια την γέννηση τους και τον θάνατό τους, την πιθανότητα να μπορούν να δημιουργήσουν ζωή και βρήκε και μία σελίδα στο διαδίκτυο με την ονομασία AstroForum όπου κάποιοι περίεργοι τύποι έγραφαν για τις εμπειρίες τους από τις αστρονομικές τους δραστηριότητες αλλά και τι έκπληξη και βοήθεια γι΄ αυτήν, απαντούσαν τεκμηριωμένα, επιστημονικά αλλά και με χιούμορ πολλές φορές σε οποιαδήποτε ερώτηση της.

Η επίμαχη μέρα επιτέλους έφτασε. Ο ήλιος ανέτειλε οκνηρά μέσα από την θάλασσα χαρίζοντας μια πανδαισία χρωμάτων και μια απίστευτη γλυκύτητα στο έτσι κι αλλιώς πανέμορφο τοπίο. Η Βεατρίκη σηκώθηκε από το κρεβάτι της με την πρώτη ηλιαχτίδα που πέρασε το κατώφλι του παράθυρού της. Ντύθηκε και χτενίστηκε με επιμέλεια, πράγμα παράξενο γι΄ αυτήν, αφού ποτέ της δεν έδινε καμιά σημασία στην εμφάνιση της. Το υπέροχο γαλάζιο φόρεμα, που τις είχε κάνει δώρο η νονά της πριν 2 χρόνια και δεν το είχε φορέσει ποτέ, τόνιζε ακόμα περισσότερο το γαλάζιο των ματιών της και δημιουργούσε μια εκτυφλωτική αντίθεση με τα χρυσαφένια μακριά μαλλιά της. Κατέβηκε την στριφογυριστή σκάλα που οδηγούσε στο μεγάλο σαλόνι κι από εκεί στην κουζίνα του σπιτιού. Ο πατριός της γύρισε και την κοίταξε μ΄ ένα βλέμμα θαυμασμού (δεν την είχε δει ποτέ του έτσι ντυμένη και χτενισμένη), ο αδελφός της μόλις την αντίκρισε έστρεψε αλλού το κεφάλι του, σαν να ήθελε να την αποδοκιμάσει για την νέα της εμφάνιση και η μητέρα της μετά από αρκετά λεπτά σιγής αναφώνησε “Καλά σε λέω εγώ Αστροφεγγιά”. Η Βεατρίκη δεν έδωσε καμιά σημασία τόσο στα λεγόμενα της μητέρας της όσο και στις αντιδράσεις του πατριού της και του αδελφού της. Έκατσε στο τραπέζι μαζί τους πίνοντας ένα ποτήρι γάλα και τρώγοντας ένα κρουασάν. Τελικά τους ανακοίνωσε ότι θα έλειπε όλη την ημέρα σήμερα, καθώς “κάποιος που είχε μια γκαλερί στην πόλη ενδιαφερόταν πολύ για τις ζωγραφιές της”. Ήταν απόλυτα βέβαιη ότι κανείς δεν θα την αναζητούσε στην σπηλιά της αφού κανένας τους δεν κατέβαινε ποτέ στην παραλία της. Ανέβηκε πάλι την σκάλα, πήρε το μπλοκ με τις ζωγραφιές της και φεύγοντας ρώτησε τον πατριό της αν θα μπορούσε να δανειστεί τα κιάλια του γιατί το βράδυ θα έβλεπε και πάλι τα αστέρια.

Έφτασε στην αγαπημένη της ακρογιαλιά κι έκατσε στην χρυσαφένια αμμουδιά κάτω από την σκιά της σπηλιάς της αγναντεύοντας το πέλαγος. Η κούραση η αγωνία και η προσδοκία τόσων μηνών βάρυνε τα βλέφαρά της μέχρις ότου βυθίστηκε σε ύπνο βαρύ. Δεν ήξερε πόσες ώρες είχαν περάσει όταν αλαφιασμένη ξύπνησε. Είχε βραδιάσει. Μήπως είχε περάσει η καθορισμένη ώρα; Έντρομη ανασήκωσε την ματιά της στον νυκτερινό ουρανό για να προσδιορίσει την ώρα, αφού ποτέ της δεν είχε φορέσει ρολόι στο χέρι της, με βάση τις θέσεις των άστρων (για μια ακόμη φορά η αστρονομία αποδείχτηκε πολύτιμος βοηθός της και σύμμαχος). Ευτυχώς η “ώρα” δεν είχε περάσει αλλά έπρεπε να βιαστεί. Σκαρφάλωσε σαν το αγριοκάτσικο, έφτασε στην σπηλιά και πήρε το κουτί στα χέρια της.   
                   

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟ ΠΑΡΟΝ.

Η Βεατρίκη άξαφνα συνήλθε από το ταξίδι των αναμνήσεων του παρελθόντος και αποφάσισε να κατέβει στην παραλία για να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Έπρεπε με κάθε τρόπο να προφυλάξει το μυστικό της, θα ήταν συμφορά να χαθεί το κουτί και πολύ περισσότερο να πέσει στα χέρια των "άλλων" ή ακόμα χειρότερα στα χέρια κάποιων τρίτων. Το κουτί περιείχε πληροφορίες και μυστικά που δεν έπρεπε να μαθευτούν. Για πρώτη φορά στη ζωή της φόρεσε αδιάβροχο, το σιχαίνονταν ήθελε πάντα να αισθάνεται την βροχή να κυλά πάνω της και να ποτίζει κάθε κύτταρό της, αλλά είχε τον λόγο της. Αν έπρεπε να το πάρει από την σπηλιά, με κάποιο μέσο θα έπρεπε να το καλύψει κατά την μεταφορά, ως που να ανακαλύψει νέα ασφαλή τοποθεσία για την φύλαξη του.

Όταν κατέβηκε στην ακρογιαλιά η εικόνα που αντίκρισε ήταν πολύ χειρότερη απ' αυτή που είχε δει από το παράθυρό της. Η ορμή των κυμάτων ήταν τέτοιας έντασης που όχι μόνον έφταναν στο ύψος της σπηλιάς αλλά την κάλυπταν πλήρως. Η πιθανότητα να παρασυρθεί ή να έχει ήδη παρασυρθεί το κουτί ήταν μεγάλη. Περίμενε μισό λεπτό ως που να αποτραβηχτεί το κύμα που είχε καλύψει την παραλία και άρχισε να σκαρφαλώνει προς την σπηλιά. Η βροχή και τα κύματα είχαν κάνει τις πέτρες, που χρησιμοποιούσε σαν σκαλοπάτια για την αναρρίχηση της, ολισθηρές και έτσι η ανάβαση αυτή την φορά έγινε επικίνδυνη. Στο τέταρτο πάτημα της το μικρό βραχάκι υποχώρησε από την διάβρωση του νερού και η Βεατρίκη βρέθηκε για μια στιγμή να αιωρείται στο κενό. Ασυναίσθητα άρπαξε με το αριστερό της χέρι το κλαδάκι του κέδρου, που στην καλή ώρα είχε φυτρώσει εκεί πέρα, ταλαντώθηκε και δίνοντας μεγαλύτερη ώθηση στο δεξί της πόδι βρέθηκε ένα επίπεδο πιο ψηλά από αυτό θα που έπρεπε να βρισκόταν φυσιολογικά. Τα υπόλοιπα σκαλοπάτια τα ανέβηκε σαν το αγριοκάτσικο, τέτοια ήταν η αποθυμιά και η αδημονία της να φτάσει μια ώρα νωρίτερα.

Ο χρόνος εισόδου στην σπηλιά της φάνηκε αιώνας. Όταν επιτέλους μπήκε έστρεψε το βλέμμα της δεξιά. Εκεί πάνω σε μια λεία πέτρα (σαν να επρόκειτο για εκθετήριο ή για βωμό) ακουμπούσε πάντα το κουτί της. Τα μάτια της χρειάστηκαν δέκα με είκοσι δευτερόλεπτα για να προσαρμοστούν από το φως της μέρας στη σκοτεινιά που επικρατούσε στην σπηλιά. "Δεν μπορεί να συμβαίνει, δεν γίνεται αναφώνησε με τρόμο". Έκλεισε τα μάτια της πάλι μισό λεπτό για να προσαρμοστούν ακόμα καλλίτερα στο σκοτάδι (κι αυτό από την αστρονομία το είχε διδαχθεί! ) και τα άνοιξε αργά αναζητώντας επίμονα το περίεργο αντικείμενο. Αλίμονο το κουτί δεν βρισκόταν στην γνωστή του θέση. Συνέχισε να σαρώνει με το βλέμμα της τον υπόλοιπο χώρο αλλά μάταια, τίποτα που να μπορεί να τραβήξει την προσοχή της δεν φαινόταν πουθενά. Άρχισε να έρπει προς το βάθος της σπηλιάς, γνωρίζοντας ότι το συνολικό μήκος μέχρι το τέρμα της, δεν ξεπερνούσε τα πενήντα μέτρα, ψηλαφώντας ταυτόχρονα κάθε σπιθαμή του χώρου για την ανεύρεση του. Πουθενά, τίποτα, κανένα αποτέλεσμα. Φτάνοντας στο τέλος της διαδρομής και ψηλαφώντας κάθε εκατοστό του χώρου, ανακάλυψε ένα μικρό άνοιγμα ανάμεσα στα βράχια. Μια ελπίδα και ένα αίσθημα αισιοδοξίας αποτυπώθηκε στην καρδιά της. Θα μπορούσε να είχε περάσει μέσα από το άνοιγμα"; αναρωτήθηκε. Ναι ήταν δυνατόν, αφού οι διαστάσεις του κουτιού δεν ήταν μεγαλύτερες από την παλάμη της και η παλάμη της έστω και δύσκολα χώραγε στο άνοιγμα.

Το νέο πρόβλημα που είχε να αντιμετωπίσει τώρα ήταν ο τρόπος με τον οποίο θα κατάφερνε να μεγαλώσει το άνοιγμα ώστε να χωρέσει το χέρι της. Ψηλαφώντας με μεγαλύτερη προσοχή το μικρό άνοιγμα διαπίστωσε την ύπαρξη χώματος στην μια του άκρη, που για καλή της τύχη μάλιστα ήταν και νοτισμένο. Από την υγρασία της σπηλιάς ή από την είσοδο των κυμάτων σκέφτηκε. Λίγο την ενδιέφερε, το ζήτημα ήταν ότι μπορούσε να προσπαθήσει για το μεγάλωμα του ανοίγματος.
Έλυσε την ζώνη από το παντελόνι της και με την βοήθεια της μεταλλικής αγκράφας βάλθηκε να ξύνει και να βγάζει το χώμα.
Αδιαφορώντας για το αν η παγωνιά που διαπερνούσε κάθε ίνα του κορμιού της, προερχόταν από τον ιδρώτα και την υπερπροσπάθεια της, ή από το νερό των κυμάτων που συνέχιζαν να εισρέουν στην σπηλιά, συνέχισε με αμείωτη ένταση να σκάβει. Μετά από αρκετή ώρα προσπαθειών η διάσταση του ανοίγματος ήταν κατάλληλη για να της επιτρέψει να περάσει μέσα το χέρι της και να ψάξει.

Στάθηκε ένα λεπτό για να πάρει μια ανάσα, αλλά το λεπτό αυτό ήταν αρκετό για να διαπεράσει μια απαίσια σκέψη το μυαλό της. Και αν δεν ήταν στην τρύπα, αν δεν το εύρισκε; Πήρε μια βαθιά εισπνοή για να ηρεμήσει και να απομακρύνει από το μυαλό της την αποτρόπαια εικόνα. Έβαλε με σθένος και αποφασιστικότητα το χέρι της στην τρύπα και ξεκίνησε πάλι την αναζήτηση του αντικειμένου. Ο χρόνος είχε σταματήσει, κάθε δευτερόλεπτο που περνούσε αντιστοιχούσε σε μια αιωνιότητα.
Χοντρές σταγόνες ιδρώτα κυλούσαν από το μέτωπο της κλείνοντας της τα μάτια και προσδίνοντας μια αλμυρή γεύση στο στόμα της.
 
Είχε τελειώσει την ψηλάφηση του αριστερού τμήματος της οπής και τραβώντας έξω το δεξί της χέρι, για να συνεχίσει με το αριστερό, ο αγκώνας της χτύπησε σε κάποιο σκληρό αντικείμενο και της προξένησε μεγάλο πόνο. Το πρόσωπο της άστραψε, όχι από τον πόνο, αλλά από το συμπέρασμα στο οποίο οδηγήθηκε. "Αφού το άνοιγμα που έκανα αποτελείται από χώμα, είναι αδύνατον να χτύπησα και να πληγώθηκα απ' αυτό, άρα το κουτί μου βρίσκεται εκεί σκέφτηκε μεγαλόφωνα". Αστραπιαία έβαλε το αριστερό της χέρι στο άνοιγμα και κινώντας το ταχύτατα έφτασε το αντικείμενο που την είχε πληγώσει αλλά και παράλληλα την είχε σημαδέψει για το υπόλοιπο της ζωής της. Με μια κίνηση που θα ζήλευε και ο πιο επιδέξιος ταχυδακτυλουργός άρπαξε το αντικείμενο και το τράβηξε έξω από την μικρή οπή.
Επιτέλους το κουτί αναπαυόταν και πάλι στα χέρια της.


Γένεσις
Για πολλές χιλιάδες χρόνια ακολουθούσαν τον ήρεμο ανήφορο της εξέλιξης .Χωρίς βιασύνη ,χωρίς πισωγυρίσματα, ακολουθώντας υπομονετικά το δρόμο που είχε χαράξει το DNA τους. Φορές πάλι ,τα παράξενα ξεσπάσματα των ζωντανών οργανισμών τους έσερναν σε μονοπάτια που δεν είχαν καν φανταστεί ότι υπάρχουν. Παρακολουθούσαν τους εαυτούς τους να εξελίσσονται? Όχι βέβαια, κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο, σχεδόν απίθανο να συμβεί .Όχι σ 'αυτό το στάδιο τουλάχιστον.
Ο κόσμος γύρω τους άρχισε να αποκτάει διαφορετικό νόημα. Το περιβάλλον έπαψε να παίζει το ρόλο του δυνάστη όπως έπαψε να είναι η φιλόξενη φωλιά. Γρήγορα υποτάχτηκε στις κυριαρχικές τους τάσεις και δέθηκε στο άρμα των μεγαλεπήβολων σχεδίων τους. Κάθε πηγή ενέργειας τους φάνηκε χρήσιμη. Μια μόνο δε μπόρεσαν να αξιοποιήσουν: την ενέργεια των σεισμών, αν και αρκετές φορές βρέθηκαν πολύ κοντά στο να το πετύχουν.
Αύξηση ,επέκταση ,αξιοποίηση, καθυπόταξη, αυτοί ήταν οι στόχοι τους. Πέρασαν πιο γρήγορα κι από τον άνεμο το στάδιο της ατομικής ενέργειας αφού κόντεψαν πρώτα να το πληρώσουν ακριβά. Τα πειράματα τους και οι δόκιμες τους  γέμισαν θλίψη και τρόμο. Θαυμάσιοι επιστήμονες στιγματίστηκαν από τη συμμετοχή τους σ' αυτά. Κατάλαβαν ότι το τίμημα που θα πλήρωναν θα ήταν πολύ μεγαλύτερο από το προσδοκώμενο όφελος. Δεν εγκατέλειψαν όμως το κυνήγι. Δεν ήξεραν ακριβώς γιατί ,αλλά επιδόθηκαν μανιασμένα στην αποζητηση της. Ένα πράγμα ζητούσαν , ένα πράγμα τους τρέλαινε...
Όλο και περισσότερη ΕΝΕΡΓΕΙΑ.
 
Έξοδος
Σύντομα ήταν σε θέση να ταξιδεύουν έξω από τον πλανήτη τους.
Τα σκάφη τους όργωναν όλο το ηλιακό τους σύστημα .Δεν υπήρχε πλανήτης που να μην επισκέφτηκαν, που να μη σκέφτηκαν να αποικίσουν ή να αξιοποιήσουν. Οι δορυφόροι και οι αστεροειδείς έπεσαν θύματα της αγωνιώδους προσπάθειας τους. Η λοβοτομή που υπέστησαν ήταν παροιμιώδης. Οτιδήποτε άξιζε αφαιρέθηκε χειρουργικά, μέχρι και το τελευταίο του κομμάτι, ένα κουφάρι απέμεινε να περιφέρεται αιώνια αποτελώντας νεκροζωντανη μαρτυρία της ξέφρενης πορείας τους.
Σε κάποιες περιπτώσεις συνάντησαν τη ζωή στα πρώτα της σταδία. Δεν της χαρίστηκαν. Πάνω στη προσπάθεια τους για άντληση κατέστρεψαν ότι η φύση με πολύ κόπο είχε επιτύχει, σύντομες κινήσεις τελείωσαν τη προσπάθεια χιλιετεριδων.

Λευιτικό
Τους αποκάλεσαν φανατικούς , γιατί γεννιόντουσαν και παθαίνανε με τη Πεποίθηση. Τους καταλόγισαν κρυψίνοια, γιατί οι πύλες του ιερατείου τους ήταν επτασφραγιστες για τον έξω κόσμο.
Τους είπαν παρωχημένους, οπισθοδρομικούς, απατεώνες, ενώ εκφάνσεις όπως "ψεύτες" και "υποκριτές" δεν άργησαν να προστεθούν στη διόλου τιμητική λίστα σχολίων και χαρακτηρισμών που αποκόμισαν.
Κι όμως αν υπήρχε κάτι στο οποίο ήταν προσκολλημένοι ,αν υπήρχε κάτι που λάτρευαν, αν είχαν θεοποιήσει κάτι, αυτό ήταν η Ισορροπία...
Οι Λευίτες ήταν εντελώς αντίθετοι στη πορεία που ακολουθούσε το είδος τους. "αν υπάρχει κάτι που δε σεβόμαστε" έλεγαν, "αν υπάρχει κάτι που καταπατάμε" ,"αν υπάρχει κάτι που δε τηρήσαμε", "αυτό είναι η Ισορροπία"
Θεωρούσαν τη φύση ζωντανό οργανισμό. Έναν οργανισμό που ξέφευγε από τα στενά όρια του πλανήτη τους. Που απλώνονταν πολύ πέρα από το σύστημα τους. Χαρακτήριζαν καταπάτηση και βανδαλισμό την άμετρη αρπαγή κάθε φυσικού πόρου. "Βιάζουμε το σύστημα "ήταν η αγαπημένη τους έκφραση. "Και θα το πληρώσουμε αυτό" κατέληγαν.
 
Αριθμοί
Το τάγμα των Μεντεκιδων είχε αναλάβει την επεξεργασία. Μια προσπάθεια η οποία κράτησε πάνω από πεντακόσια χρόνια. Τα μέλη του τάγματος είχαν δεθεί με όρκους σιωπής. Τις ελάχιστες ώρες της μέρας που συναντιόντουσαν κανείς δε μιλούσε στους άλλους. Έτσι, οτιδήποτε έβρισκε ο καθένας , οποιοσδήποτε νέος δρόμος ανοιγόταν ήταν εντελώς ανεπηρέαστος από οιαδήποτε πατρωνία σκέψης. Φορές πάλι κάποια μέλη μη μπορώντας να το αντέξουν αυτό αποχώρησαν. Με τα λογικά τους σαλεμένα δεν άργησαν να φτάσουν στην αυτοκτονία. Αυτό συνέβαλε ακόμη περισσότερο στην απομόνωση των Λευιτών από τον κοινωνικό περίγυρο.
Οι Παρατηρητές συγκέντρωναν κι επεξεργάζονταν τα στοιχεία. Τριακόσια χρόνια μετά άρχισαν επιτέλους να συγκλίνουν .Διακόσια χρόνια ύστερα το μέλλον τους ήταν μπροστά τους .Τα συνοφρυωμένα πρόσωπα έδωσαν τη θέση τους στη φρίκη. "Είμαστε καταδικασμένοι"
"Και θα συμβεί σύντομα"
 
Δευτερονόμιον
ΔΙΑΙΩΝΙΣΕ ΤΗΝ ΥΠΑΡΞΗ ΣΟΥ

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ.

Ο πατέρας της Αντρια, λαμπρός επιστήμονας στα τάγμα των Μεντεκίδων, ήταν από τους πρώτους που είχε φτάσει στο ζοφερό συμπέρασμα της καταδίκης τους. Μηχανικός καυσίμων (αυτός ήταν που εφηύρε το γαρόνδιο) το οποίο κινούσε με απίστευτες ταχύτητες στο απέραντο διάστημα τα σκάφη τους, αλλά και φιλόσοφος, διανοούμενος και μελετητής άλλων πολιτισμών και κόσμων.
Είχε μετανοήσει που πολλές φορές είχε προδώσει την ύπαρξη άλλων πολιτισμών και αυτή την φορά ήταν αποφασισμένος να κρατήσει επτασφράγιστο μυστικό τη νέα του ανακάλυψη. Αυτός ο παράξενος γαλάζιος πλανήτης, καλά κρυμμένος άλλη στην άκρη του σύμπαντος, με πλάσματα κάθε είδους, άλλα άνοα κι άλλα έννοα. Ναι είχε γνωρίσει και μελετήσει κι άλλους κόσμους με έννοα όντα αλλά αυτό το συναντούσε πρώτη φορά. Γιατί ήταν τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους και γιατί μιλούσαν κι έγραφαν με διαφορετικές γλώσσες; Αυτό δεν είχε προηγούμενο, κάτι διαφορετικό συμβαίνει εκεί σκέφτηκε. Αυτή την φορά είχε κι΄ ένα επιπλέον λόγο. Δεν τον ενδιέφερε πλέον η ύπαρξη του, το πλήρωμα του χρόνου είχε φτάσει γι αυτόν, το τέλος ήταν κοντά μετά την πάροδο τριών χιλιάδων ετών, αλλά για την μονάκριβη κόρη του αυτή φαινόταν να είναι η ενδεδειγμένη λύση.

Βάλθηκε λοιπόν να μάθει όσο το δυνατόν περισσότερα γι αυτούς και τον πλανήτη τους. Συνέλεξε πληροφορίες για τον πολιτισμό τους τα ήθη κι έθιμα κάθε φυλής, ανάλυσε δεδομένα για τα τεχνολογικά τους επιτεύγματα, κατασκεύασε εικονικά προγράμματα εξομοίωσης της ζωής στον πλανήτη αυτό, έμαθε τις γλώσσες τους και τις γραφές τους και κατέληξε στο συμπέρασμα. Αυτός ήταν ο κατάλληλος τόπος. Μοναδικό μειονέκτημα του ήταν η ύπαρξη μεγάλου ποσοστού οξυγόνου στην ατμόσφαιρά του. Ναι, κι για αυτούς ήταν απαραίτητο το οξυγόνο αλλά σε τόσο μεγάλη περιεκτικότητα στην ατμόσφαιρα θα τους οδηγούσε στον θάνατο μέσα σε λίγα χρόνια σε σχέση με τα χιλιάδες χρόνια που ζούσαν. ‘Άλλη λύση όμως δεν ήταν ορατή ή και να υπήρχε ο χρόνος που του εναπόμεινε δεν ήταν αρκετός.

Ολοκλήρωσε την κατασκευή της συσκευής παρουσίασης πληροφοριών μέσα σε δύο μέρες, την φύλαξε σ΄ ένα κουτί και παρουσιάστηκε στο συμβούλιο των κυβερνητών για να πάρει άδεια εξόδου από τον  πλανήτη. Ένας τόσο σημαντικός επιστήμονας ήταν αδύνατο να φύγει απ΄ εκεί. Έπεισε το συμβούλιο, λέγοντας τους ότι η μετάβαση του στον πλανήτη Βούλκαρντ, ήταν απαραίτητη για την συλλογή του χημικού στοιχείου αλσιχ που χρησιμοποιούσε στην κατασκευή του γαρονδίου, καθώς επίσης απαραίτητη θεωρούσε και την συμμετοχή στο ταξίδι αυτό, της κόρης του Αντρια με σκοπό την μεταλαμπάδευση των πολύτιμων γνώσεων του, για την συνέχιση του έργου του απ΄ αυτήν μετά τον θάνατό του. Το συμβούλιο πείστηκε αφού τα χρονικά τους περιθώρια στένευαν, το γαρόνδιο ήταν απαραίτητο και ο συνεχιστής του έργου του ακόμη περισσότερο.

Η επίμαχη ημέρα έφτασε. Το σκάφος εκτινάχθηκε στο διάστημα ταξιδεύοντας με ιλιγγιώδη ταχύτητα προς τον Βούλκαρντ και μοναδικούς επιβάτες την Αντρια και τον πατέρα της. Η Αντρια, μικρό παιδί, παρακολουθούσε με μεγάλη περιέργεια τον πατέρα της να ρυθμίζει κάτι σ΄ ένα αντικείμενο που έμοιαζε με κάψουλα και να τοποθετεί μέσα σε άλλη μια πιο μικρή κάψουλα το περίεργο εκείνο κουτί που κρατούσε στα χέρια του. Όταν τελείωσε με τις ρυθμίσεις της μίλησε ζητώντας της να κάτσει σε μια άλλη περίεργη καρέκλα ή οποία ήταν συνδεδεμένη με τον υπολογιστή του σκάφους. Η Αντρια πειθήνια υπάκουσε και ο πατέρας της ξεκίνησε να τοποθετεί στο κεφάλι της τα καλώδια με τα οποία της είπε ότι θα τις μεταδώσει τις γνώσεις του. Με την ενεργοποίηση της συσκευής η Αντρια ένοιωσε ένα περίεργο κενό στο μυαλό της και μετά από απειροελάχιστο χρονικό διάστημα αποκοιμήθηκε. Στα χείλη του πατέρας της χαράχθηκε ένα πικρό μειδίαμα. Οι αναμνήσεις της κόρης του είχαν διαγραφεί.
Η δεύτερη ενεργεία που είχε να εκτελέσει τώρα ήταν να καταγράψει στο μυαλό της κόρης του αναμνήσεις από την υποθετική ζωή της στον γαλάζιο πλανήτη για τον οποίο προοριζόταν. Αφού τελείωσε και μ΄ αυτό τοποθέτησε την κόρη του στην μεγάλη κάψουλα έβαλε τις συντεταγμένες της πορείας στον υπολογιστή και την εκτίναξε στο διάστημα παρακολουθώντας για λίγο το ταξίδι της, ενεργοποίησε τον μηχανισμό και της δεύτερης κάψουλας που περιείχε το κουτί, ρυθμίζοντας την ημερομηνία άφιξης της στον γαλάζιο πλανήτη δέκα χρόνια αργότερα από την άφιξη της πρώτης και την εκτόξευσε στο διάστημα.

Το τέλος γι αυτόν είχε πλέον σημάνει, νωρίτερα από το αναμενόμενο φυσικό του τέλος. Στον πλανήτη του δεν έπρεπε να μαθευτεί τίποτα για την αποστολή που μόλις είχε τελειώσει ή αρχίσει; Ούτε το σκάφος έπρεπε να πέσει στα χέρια τους καθόσον στον υπολογιστή του είχαν καταγραφεί τα πάντα. Σηκώθηκε και με αργό βηματισμό έφτασε στον πίνακα ελέγχου του σκάφους ατενίζοντας το αχανές διάστημα. Το πάτημα του κουμπιού δημιούργησε μια κατακλυσμιαία έκρηξη, φωτίζοντας για ελάχιστα δευτερόλεπτα το έρεβος του διαστήματος.

Η ΝΕΑ ΚΑΤΟΙΚΙΑ.

Το πλήρωμα ενός ψαράδικου περισυνέλεξε το μικρό κορίτσι που πάλευε με τα κύματα του ωκεανού. Η εμφάνιση του κοριτσιού, παρά την ολοφάνερη ταλαιπωρία στην οποία είχε υποβληθεί, ήταν πρωτόγνωρη γι΄ αυτούς τους απλούς ανθρώπους. Ξανθιά σαν τον κάμπο που είναι σπαρμένος με στάχυα, μ΄ ένα αλλόκοτο κι απόκοσμο άσπρο χρώμα στο δέρμα της, που όμοιο του δεν είχαν ματαδεί και καταγάλανα τεράστια μάτια προξενούσε με το παρουσιαστικό της αμέσως αισθήματα συμπάθειας αλλά και έντονης περιέργειας για την πιθανή καταγωγή της. Στις επίμονες ερωτήσεις τους για το πώς την έλεγαν, ποια ήταν, από πού ερχόταν, πως βρέθηκε στην μέση του ωκεανού, η μικρή κοπέλα σιγούσε και τους κοίταγε ένα προς ένα μ΄ ένα βλέμμα απορίας. Παρά τις επίμονες προσπάθειες τους δεν κατάφεραν να της αποσπάσουν ούτε μία λέξη, ούτε ένα νεύμα ή έστω μια γκριμάτσα που θα τους ενεθάρρυνε να συνεχίσουν την προσπάθεια. Μόλις έφτασαν με το καΐκι τους στο λιμάνι την παρέδωσαν στην αστυνομία. Οι προσπάθειες των αστυνομικών να μάθουν από το κορίτσι τ΄ όνομα του, από πού καταγόταν και ποιοι είναι οι γονείς της επίσης δεν απέφεραν καρπούς, το κορίτσι κρατούσε ερμητικά κλειστό το στόμα του κι αρνιόταν οποιαδήποτε μορφή επικοινωνίας. Η παράδοση της στο ορφανοτροφείο έγινε την επόμενη ημέρα το πρωί. Μετά την ενημέρωση της διευθύντριας για την πεισματική άρνηση της μικρής για επικοινωνία, οι αστυνομικοί αποχώρησαν. Το μικρό κορίτσι ξαφνικά σηκώθηκε από την καρέκλα της, πλησίασε την διευθύντρια και είπε “Τ΄ όνομα μου είναι Βεατρίκη, είχαμε βγει με την μητέρα μου για ιστιοπλοΐα, ένα μεγάλο κύμα αναποδογύρισε το σκάφος κι έχασα την μητέρα μου στα κύματα”. Η γυναίκα έμεινε με το στόμα ανοικτό κι ως που να συνέλθει από την πρώτη έκπληξη το κορίτσι ατάραχο συνέχισε “ Τι σκοπεύετε να με κάνετε;” Η διευθύντρια αφού συνήλθε από τ’ αλλεπάλληλα σοκ που είχε υποστεί, εξήγησε στην Βεατρίκη ότι το ορφανοτροφείο είχε σαν απώτερο σκοπό την εύρεση των γονιών της ή στην ανεύρεση νέας οικογένειας αν η πρώτη προσπάθεια δεν ευοδωθεί και ότι αυτός είναι ο σκοπός του ορφανοτροφείου για όλα τα παιδιά που ήταν τρόφιμοι του. Ρώτησε την Βεατρίκη αν κατάλαβε τι της είπε και αφού πήρε θετική απάντηση την οδήγησε στο δωμάτιο της.

Η Βεατρίκη στο δωμάτιο του ορφανοτροφείου, προσπαθούσε τώρα, να βάλλει σε μια σειρά τα γεγονότα. Θυμόνταν τα πάντα με την παραμικρή λεπτομέρεια από την στιγμή που βρέθηκε να κολυμπά στην θάλασσα, αλλά τίποτα απολύτως για τα γεγονότα πριν απ’ αυτό, ούτε για τον εαυτό της, ούτε τις φυσιογνωμίες των γονιών της. Ένα τεράστιο πέπλο σιωπής είχε καλύψει το μυαλό της και τις αναμνήσεις της. Και γιατί είπε στην γυναίκα ότι την λένε Βεατρίκη, γιατί της είπε ότι έχασε την μητέρα της στα κύματα αφού δεν θυμόταν απολύτως τίποτα;. Τα βασανιστικά ερωτήματα δεν είχαν τελειωμό κι όσο κι αν προσπαθούσε να δώσει κάποια πιθανή εξήγηση τόσο χειρότερα γινόταν τα πράγματα και το αδιέξοδο μεγάλωνε. Αποφάσισε να ηρεμήσει και να κοιμηθεί, ίσως η νέα ημέρα που θα ξημέρωνε την βοηθούσε στο να ταξινομήσει καλλίτερα τις σκέψεις της και να έδινε απαντήσεις στις άλυτες απορίες της.

Το επόμενο πρωινό, προτού καν η Βεατρίκη προλάβει να φάει κάτι, η διευθύντρια την κάλεσε στο γραφείο της. Εκεί καθισμένοι στον καναπέ βρισκόταν δύο άνθρωποι, ένας άντρας και μια γυναίκα που στα χέρια τους κρατούσαν ο καθένας από ένα άλμπουμ με φωτογραφίες ξεφυλλίζοντας τα. Με την είσοδο της Βεατρίκης και οι δύο ανατινάχτηκαν από την θέση τους, σαν ηλεκτρικό ρεύμα να είχε διαπεράσει τα κορμιά τους. Η διευθύντρια τους συνέστησε την Βεατρίκη με τα ονόματά τους κι αφού είπανε κάτι που η Βεατρίκη δεν άκουσε, την πλησίασε και την ρώτησε αν θυμόταν αυτούς τους ανθρώπους. Η αρνητική απάντηση της Βεατρίκης είχε σαν αποτέλεσμα τον έντονο προβληματισμό, που ήταν ολοφάνερος στο πρόσωπο της διευθύντριας, για τον αν θα έπρεπε να συνεχίσει ή όχι τις ερωτήσεις της. Η Βεατρίκη βοήθησε την γυναίκα, λέγοντας της “Θέλετε να μου πείτε κάτι σημαντικό γι αυτούς τους ανθρώπους;”. Η παραίνεση της Βεατρίκης είχε άμεσο αποτέλεσμα καθώς λύθηκε η γλώσσα της διευθύντριας που της είπε ότι αυτοί οι δύο άνθρωποι ήταν οι γονείς της, μάλιστα ο άντρας δεν είναι ο πραγματικός της πατέρας αλλά ο πατριός της και αν θα επιθυμούσε να τους ακολουθήσει, αφού με τον καιρό θα τους θυμόταν οπωσδήποτε. Η Βεατρίκη σκέφτηκε ότι το ορφανοτροφείο δεν ήταν και ο ιδανικός χώρος για παραμείνει, παρατηρώντας ταυτόχρονα και εξετάζοντας εξονυχιστικά και τους δύο. Ο άντρας ηλικίας σαράντα ετών περίπου, ψηλός, μελαχρινός και λεπτός είχε στο παρουσιαστικό του κάτι που του προσέδιδε αποφασιστικότητα αλλά και τόλμη, η δε γυναίκα γύρω στα τριάντα με τριάντα δύο ετών και αυτή ψηλή καστανή και λεπτοκαμωμένη είχε στα μεγάλα μάτια της αποτυπωμένη την μελαγχολία αλλά και την προσδοκία ταυτόχρονα.     

Η οικογένεια της Βεατρίκης ήταν αρκετά εύπορη ώστε να της προσφέρουν τα πάντα απλόχερα, πολλές φορές μάλιστα χωρίς καμιά αντίρρηση στις απαιτήσεις της. Άλλωστε δεν είχαν άλλο παιδί. Η μητέρα της, απ΄ ότι είχε καταλάβει, από τις συζητήσεις τους, δεν μπορούσε να κάνει παιδί. Η Βεατρίκη πλησίασε ένα χειμωνιάτικο πρωινό την μητέρα της και την ρώτησε αν θα ήθελε να κάνει παιδί. Έκπληκτη η μητέρα της την κοίταξε με τα μεγάλα μελαγχολικά της μάτια γεμάτα απορία και της αντέστρεψε την ερώτηση, αν εκείνη θα ήθελε να μοιραστεί με ένα αδελφό ή μια αδελφή όλα της τα υπάρχοντα και την αγάπη τους. Η Βεατρίκη της απάντησε χωρίς δεύτερη σκέψη. “Αφού το θέλεις τόσο πολύ τότε να το πιστέψεις και θα αποκτήσεις δικό σου παιδί”. Το βράδυ πριν κοιμηθεί η Βεατρίκη σήκωσε για πρώτη φορά τα μάτια της στον έναστρο ουρανό και έμεινε να κοιτάζει για πολύ ώρα ένα άστρο που της έκανε ιδιαίτερη εντύπωση με το λαμπύρισμα του και τα χρώματα του. Ψέλλισε κάτι κι έπεσε για ύπνο έχοντας την βεβαιότητα ότι η μητέρα της θα μπορούσε ν΄ αποκτήσει αυτό που ήθελε τόσο πολύ, ένα δικό της παιδί. Μετά από δύο μήνες η μητέρα της ένα απόγευμα τους ανακοίνωσε γεμάτη χαρά κι υπερηφάνεια το χαρμόσυνο γεγονός, ήταν έγκυος.

Η έλευση ενός νέου μέλους σε μια οικογένεια, όπως είναι φυσικό, φέρνει μεγάλη αναστάτωση, αλλάζει συνήθειες και συμπεριφορές, έτσι και η γέννηση του αδελφού της δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Αυτά ήταν γνωστά στην Βεατρίκη, από το σχολείο, αλλά σίγουρα δεν περίμενε την δραματική αλλαγή που συνέβη στην συμπεριφορά και των δύο γονιών της απέναντι της. Έπαψαν να της δίνουν σημασία, δεν την προσφωνούσαν πια με το όνομά της, αλλά μόνον με περιφρονητικά επίθετα και καλά ο πατριός της αλλά και η μητέρα της, λες και έφταιγε αυτή που την πήραν από το ορφανοτροφείο. Μοναδική άμυνα που είχε απομείνει στην Βεατρίκη πλέον ήταν η ζωγραφική, ώρες ατελείωτες κάθονταν πότε μπροστά στο παράθυρο της και πότε στο πεζούλι του κήπου τους, σχεδιάζοντας και ζωγραφίζοντας τα πάντα, από ένα λουλούδι και ένα πουλί, ως ένα αεροπλάνο και το απέναντι σπίτι, ξανά και ξανά, βελτιώνοντας μέρα με την μέρα την τεχνική της και τα χρώματα των πινάκων της. Παράλληλα οι επιδόσεις της στα μαθήματα του σχολείου απογειώθηκαν, χωρίς καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια από μέρους της, από μια πολύ καλή μαθήτρια που την χαρακτήριζαν οι δάσκαλοί της, τώρα πια της προσέδιδαν το χαρακτηρισμό της διάνοιας και του εξαιρετικά ευφυούς ατόμου. Οι γονείς της για άλλη μια φορά αδιαφόρησαν, για τις επιδόσεις της στα μαθήματα, αν και η Βεατρίκη μέσα σε πέντε χρόνια κατάφερε να τελειώσει και το δημοτικό και το γυμνάσιο σε ηλικία μόλις δεκατριών ετών. Στις παραινέσεις των καθηγητών της για την συνέχιση των σπουδών της αργότερα σε μια ανώτατη σχολή, η Βεατρίκη μειδιώντας απαντούσε “δεν κάνω εγώ για αυτά, άλλωστε το μόνο που μ΄ ενδιαφέρει είναι η ζωγραφική”.

Η αποφοίτηση της από την σχολή ζωγραφικής, που την τελείωσε σε έξι μήνες αντί τριών ετών, συνοδευόμενη από διθυράμβους, επαίνους και χαρακτηρισμούς από τους καθηγητές της ότι τέτοιο ταλέντο έχει να εμφανιστεί στην πόλη πάνω από διακόσια χρόνια, ταυτίστηκε με την μετακόμιση της οικογένειας από την πόλη που κατοικούσαν στο σπίτι στον λόφο. Η αρχική γκρίνια της Βεατρίκης για την απομάκρυνση τους από την πόλη και την απώλεια της επαφής της με τους καθηγητές της σχολής και άλλους καλλιτέχνες μετατράπηκε σε άκρατο ενθουσιασμό με την πρώτη εικόνα του τοπίου που αντίκρισε. Το σπίτι, μια ξύλινη κατοικία κείτονταν στην πλαγιά ενός καταπράσινου λόφου, διάσπαρτο από πεύκα, έλατα και βελανιδιές, συνοδευόμενη από μια πανδαισία χρωμάτων και ευωδιών που δημιουργούσαν τα κυκλάμινα και οι ορχιδέες, ακολουθώντας το μικρό μονοπάτι που ανηφόριζε στην κορφή του λόφου. Στα πόδια του αναπαυόταν μια μικρή μαγευτική παραλία και σε απόσταση λίγων μέτρων από την άκρη του, μέσα στην θάλασσα υψωνόταν ένας θεόρατος βράχος, πραγματικός κυματοθραύστης, σμιλευμένος μαγικά από τα κύματα και τον αέρα και πίσω απ΄ αυτόν απλώνονταν το απέραντο πρασινογάλαζο πέλαγος. Το ποιο ωραίο όμως η Βεατρίκη το ανακάλυψε με την πρώτη της επίσκεψη στην παραλία. Στο τέλος της παραλίας υψωνόταν ένας απότομος, κάθετος βράχος όχι ιδιαίτερα ψηλός, αλλά ικανός ωστόσο να φιλοξενεί μια σπηλιά. Η Βεατρίκη επιτέλους είχε ανακαλύψει το ησυχαστήριο της. Από την μέρα εκείνη η Βεατρίκη επισκεπτόταν καθημερινά την παραλία, είτε για να κολυμπήσει, είτε για να ζωγραφίσει καθισμένη στην ακρογιαλιά, είτε για να ηρεμήσει και να σκεφθεί καθισμένη στην άκρη της μικρής σπηλιάς. Εκεί ήταν που μετά από τρία χρόνια βρήκε το κουτί της.


Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ.

Την επίμαχη ώρα η Βεατρίκη ανασήκωσε το κουτί με προσανατολισμό το άστρο. Η αγωνία της είχε φθάσει στο κατακόρυφο, ώσπου μια τεράστια λάμψη εμφανίσθηκε στον ουρανό από την κατεύθυνση του άστρου. Υπερκαινοφανής αναφώνησε η Βεατρίκη, είχε διαβάσει τόσα γι αυτούς και παρέμεινε σιωπηλή και ακίνητη να θαυμάζει το εντυπωσιακό αστρονομικό φαινόμενο που αποκάλυπτε την μαγεία του μπροστά στα μάτια της, λησμονώντας στιγμιαία την αποστολή για την οποία είχε ξεκινήσει. Όταν συνήλθε από την αρχική έκπληξη, και τον θαυμασμό που την είχαν συνεπάρει, έστρεψε την ματιά της προς το χέρι της. Το κουτί χωρίς κανένα απολύτως θόρυβο είχε ανοίξει αποκαλύπτοντας στα έκθαμβα μάτια της το περιεχόμενο του. Μια μικρή μεταλλική σφαίρα, κατασκευασμένη από κάποιο άγνωστο υλικό που αστραποβολούσε στο νυκτερινό φως, μια επιγραφή με παράξενους χαρακτήρες ταυτόσημους μ’ αυτούς που κοσμούσαν την εξωτερική όψη του και ακριβώς από κάτω ένας δίσκος που έμοιαζε με τα cd των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Η αποκωδικοποίηση τους αυτή την φορά ήταν παιχνιδάκι για την Βεατρίκη. Ο γρίφος τώρα είχε αποτυπωμένο το όνομά της με αριθμητικούς χαρακτήρες. Αναρωτήθηκε στιγμιαία για το τόπο γραφής του ονόματος της αλλά ταυτόχρονα χαμογέλασε με την αυταπόδεικτη λύση. Έπρεπε να γράψει τ΄ όνομα της στην επιφάνεια του cd. Σχεδίασε τα ιερογλυφικά προσεκτικά πάνω στην επιφάνεια του ψηφιακού δίσκου αναμένοντας το αποτέλεσμα. Τίποτα δεν συνέβη και η Βεατρίκη αναρωτήθηκε για την ορθότητα του συμπεράσματος της. Επανέλαβε την καταγραφή των σχημάτων με μεγαλύτερη προσοχή αφιερώνοντας περισσότερο χρόνο αυτή την φορά για την αποφυγή λάθους. Τ’ αποτέλεσμα ήταν το ίδιο, ο ψηφιακός δίσκος έδειχνε να μην ανταποκρίνεται στις εντολές που καταγραφόταν στην επιφάνεια του. Κι άλλο αδιέξοδο αναρωτήθηκε;  Γιατί δεν γίνεται τίποτα, γιατί δεν έχουν αποτέλεσμα οι προσπάθειες μου;. Η Βεατρίκη για άλλη μια φορά χαμογέλασε από το νέο συμπέρασμα της, ένας άνθρωπος που δεν γνωρίζει την γραφή του αποστολέα δεν θα έπρεπε να γράψει στην γλώσσα του, αλλά στην γλώσσα και την γραφή που έχει διδαχθεί. Έγραψε τ΄ όνομά της. ΒΕΑΤΡΙΚΗ. Η εξέλιξη ήταν αναμενόμενη. Το εσωτερικό από το καπάκι του κουτιού πήρε την μορφή της οθόνης υπολογιστή, αποκαλύπτοντας της τα πάντα.

Η αρχική εικόνα που έλαβε από την οθόνη, ήταν ένας πλανήτης με τ’ όνομα Ζεγκφρόλντ που ανήκε σ΄ ένα αστρικό σύστημα άλλου γαλαξία σε απόσταση εκατό εκατομμυρίων ετών φωτός από την Γη. Οι κάτοικοι του, ένας εξελιγμένος τεχνολογικά πολιτισμός που είχε ανθήσει για εκατομμύρια έτη, στα τελευταία χρόνια είχαν μοναδική έγνοια πια την αναζήτηση και την κατανάλωση ενέργειας. Αδηφάγα τέρατα, στην προσπάθεια τους για αναζήτηση και κατανάλωση περισσότερης ενέργειας, είχαν καταστρέψει άλλους πολιτισμούς, εποικίζοντας όλο το προσιτό σ΄ αυτούς σύμπαν, αλλά το χειρότερο που είχαν να υποστούν, ήταν το παιχνίδι που τους επεφύλασσε η μοίρα, η αυτοκαταστροφή τους και φευ γι αυτούς το γνώριζαν ήδη. Κάποιοι αποστασιοποιήθηκαν από τους υπόλοιπους σιωπηλά, γνωρίζοντας τις συνέπειες της στάσης και της συμπεριφοράς τους, αναζητώντας ταυτόχρονα την εναλλακτική λύση που θα απέτρεπε το μοιραίο και θα συνέχιζε την ύπαρξή τους ως γένος. Στην λίστα των επιστημόνων συμπεριλαμβάνονταν το πιο πεφωτισμένο μυαλό του γένους τους, ο άνθρωπος που τους είχε οδηγήσει στην τεχνολογική αποκορύφωση, αλλά και ταυτόχρονα είχε μετανιώσει και μετανοήσει πικρά για τα αποτελέσματα των εφευρέσεων του πρωτίστως, αλλά και για τις πράξεις τους του είδους των.

Στην οθόνη εμφανίστηκε τώρα ένας άντρας, ηλικιωμένος αλλά καλοστεκούμενος, ψηλός, αδύνατος με άσπρα μαλλιά, κατάλευκο δέρμα και βαθιά γαλάζια μάτια που έκανε την Βεατρίκη να ανατριχιάσει.
Μιλώντας στην γλώσσα της την προέτρεψε να τοποθετήσει την σφαίρα σε μια μικροσκοπική υποδοχή και ακολούθως να σχεδιάσει ένα σύμβολο στον ψηφιακό δίσκο. Η Βεατρίκη δίστασε για μια στιγμή αλλά αποφάσισε να υπακούσει στην προτροπή του. Το επακόλουθο της συγκεκριμένης ενέργειας ήταν να αισθανθεί ακαριαία ένα πρωτόγνωρο συναίσθημα πληρότητας και γνώσεων λες και κάποιος είχε εμφυτεύσει στο μυαλό της όλο τον πλούτο των γνώσεων του σύμπαντος. Έστρεψε το βλέμμα της ξανά στην οθόνη παρακολουθώντας την φιγούρα του άντρα που αυτή την φορά της μιλούσε στην γλώσσα του και η Βεατρίκη χωρίς καμιά δυσκολία, μπορούσε να παρακολουθήσει και να κατανοήσει.

“Το όνομα μου είναι Ακαχ και τώρα μιλάμε πρέπει να ξέρεις ότι δεν υπάρχω πια, έχω πεθάνει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Το δικό σου όνομα είναι Αντρια και όπως έχεις καταλάβει είσαι η μονάκριβη μου κόρη. Δυστυχώς δεν υπήρχε άλλη λύση απ΄ αυτήν που επέλεξα τόσο για σένα όσο και για μένα.
Ο πολιτισμός μας μαθηματικά βάδιζε στην καταστροφή και από τότε που το διαπίστωσα, μοναδικός μου στόχος υπήρξε η επιβίωση σου. Παράλληλα η ολοκληρωτική εξαφάνιση του είδους μας φάνταζε στον μυαλό μου σαν μια απόκοσμη και ζοφερή εικόνα. Κάποιος απ΄ εμάς έπρεπε να απομείνει, ώστε με την σοφία και τις γνώσεις μας να βοηθήσουμε άλλους πολιτισμούς, ξεπληρώνοντας κατά κάποιο τρόπο τα δεινά που έχουμε επιφέρει. Η επιλογή για την μετάβαση σου στον πλανήτη που τώρα κατοικείς, ήταν το απαύγασμα μελετών και ερευνών μου για το ανθρώπινο είδος. Είναι το μοναδικό γένος ευφυών όντων που συνάντησα και μελέτησα στο σύμπαν, όπου η καλοσύνη, η ευγένεια, η άμιλλα και η κατανόηση συνυπάρχουν ώστε να τους καθιστούν ξεχωριστούς από τα υπόλοιπα είδη. Επίσης η συμβολή σου στην ανάπτυξη του πολιτισμού τους, με την βοήθεια των γνώσεων που σου μετέδωσα πριν από λίγο, θα είναι καθοριστική έτσι ώστε να οδηγηθούν στην σωστή κατεύθυνση και όχι προς την κατεύθυνση της απληστίας, της επιθετικότητας και της αρπαγής του πλούτου άλλων. Αυτή είναι η αποστολή σου στη Γη. Αν χρειαστείς οτιδήποτε δεν έχεις παρά, κάθε φορά να τοποθετείς την σφαίρα στην υποδοχή και να γράφεις την ερώτηση σου.”

Η Αντρια – Βεατρίκη έκλεισε το κουτί και ένα πικρό χαμόγελο σχηματίσθηκε στο κατάλευκο πρόσωπο της διακατεχόμενη παράλληλα από αισθήματα απογοήτευσης, λύπης και πίκρας. Ο πατέρας της, ο Ακαχ, ο πιο λαμπρός επιστήμονας του πλανήτη τους, για πρώτη φορά στην ζωή του είχε κάνει λάθος υπολογισμούς, είχε πέσει έξω, έξι χιλιάδες χρόνια. Είχε μελετήσει το ανθρώπινο είδος στα πρώτα του βήματα πάνω στον πλανήτη, χωρίς να καταφέρει να προσδιορίσει την εξέλιξη του πολιτισμού του. Η απληστία, η επιθετικότητα, η αδιαφορία, η υφαρπαγή πόρων και οι πόλεμοι μεταξύ τους, είχαν γίνει συστατικά στοιχεία του “πολιτισμού” τους. Η πορεία του ανθρώπινου γένους ήταν προδιαγεγραμμένη και το μέλλον του ταυτόσημο με του δικού της γένους. Αποκορύφωση του τεχνολογικού πολιτισμού και αυτοκαταστροφή.

Για την Βεατρίκη  η νύκτα αυτή ήταν η τελευταία φορά που ανέβαινε στην σπηλιά. Δεν υπήρχε κανένας λόγος να ξανάπαει πλέον εκεί. Η αναζήτηση της είχε φτάσει στο τέλος και η αποστολή δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεκινήσει.
Όταν κατέβηκε από την σπηλιά ανασήκωσε το βλέμμα της στον νυκτερινό ουρανό αναζητώντας για τελευταία φορά το αστέρι που έλαμπε πριν από ώρα.
Η συννεφιά που επικρατούσε δεν την άφησε να το δει.


ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ.

Γνώρισε τον σύζυγο της ένα ανοιξιάτικο πρωινό στην επιχείρηση του πατριού της. Ήταν ένας απλός υπάλληλος στο τμήμα σχεδιασμού, την τράβηξε όμως αμέσως το παρουσιαστικό του αλλά και η θλιμμένη έκφραση των ματιών του. Είχε πάει για να συναντήσει τον διαφημιστή της επιχείρησης, ώστε να κανονίσουν τις τελευταίες λεπτομέρειες για την διαφημιστική μακέτα που είχε σχεδιάσει κατόπιν παράκλησης του, δεν μπορούσε να του αρνηθεί τίποτα άλλωστε, αφού ήταν επιστήθιοι φίλοι από τότε που ήταν συμφοιτητές στην σχολή ζωγραφικής. Ζήτησε από τον φίλο της, αλήθεια που βρήκε το θάρρος να ζητήσει κάτι τέτοιο, να παραστεί στην συζήτηση-παρουσίαση και ο νέος υπάλληλος, αιτιολογώντας το αίτημα της με την φράση “είναι πολύ καλός, παρατήρησα τον τρόπο με τον οποίο σχεδίαζε και θα ήθελα ν΄ ακούσω και την δική του γνώμη”. Τα υπόλοιπα εξελίχθηκαν απολύτως φυσιολογικά, την θέση της αρχικής γνωριμίας και αλληλοσυμπάθειας πήρε ο έρωτας, και ακολούθησε η κορύφωση του, η αγάπη και ο γάμος. 

Ο σπόρος της αγάπης τους σπάρθηκε τρεις μήνες μετά τον γάμο τους και μετά από εννέα μήνες γλυκιάς αναμονής και προσδοκίας απέδωσε τον καρπό του. Οι ωδίνες του τοκετού κράτησαν πάνω από 24 ώρες.   Η Βεατρίκη όλες αυτές τις ώρες τις πέρασε στωικά χωρίς να βγάλει έστω μία κραυγή ή ένα επιφώνημα πόνου. Η πρώτη εικόνα που καταγράφηκε στο μυαλό της, αντικρίζοντας την κόρη της, ήταν η εικόνα του πραγματικού της πατέρα. Τέτοια ομοιότητα σκέφτηκε χαμογελώντας ευχαριστημένη, διακρίνοντας παράλληλα στα μάτια της μικρής το βλέμμα του πατέρα της, το ίδιο αστραφτερό, σπινθηροβόλο, αστραποβόλο βλέμμα, που είχε αντικρίσει στην πρώτη της επαφή μέσα από την ιδιότυπη οθόνη του υπολογιστή που βρισκόταν στο κουτί της, αλλά ταυτόχρονα πάγωσε το χαμόγελο της και μια αποτρόπαια σκέψη, σαν το πυρακτωμένο σίδηρο διαπέρασε το μυαλό της και το αίσθημα της παγωνιάς που μουδιάζει το σώμα και σφίγγει την καρδιά διαπότισε όλο της το είναι. Αυτό που πέντε χρόνια τώρα, απεγνωσμένα προσπαθούσε να καταχωνιάσει και να κρύψει στην πιο μύχια και απόμακρη περιοχή του νου της, ερχόταν με τον πιο απρόσμενο και απροσδόκητο τρόπο στην επιφάνεια και πάλι.
Κρύος ιδρώτας την έλουσε στη σκέψη ότι θα ερχόταν η στιγμή που θα έπρεπε να αποκαλύψει τα πάντα στη κόρη της, πως θα ήταν δυνατό να της κρύψει την αλήθεια, άλλωστε το βλέμμα αυτού του παιδιού είχε κάτι διαφορετικό, αλλόκοτο, παράξενο, διεισδυτικό και ερευνητικό ταυτόχρονα σου έδινε την εντύπωση ότι από την πρώτη στιγμή της ύπαρξής της τα ήξερε όλα ή είχε τον τρόπο της για να τα μάθει, αλλά απέπνεε ταυτοχρόνως μια γλυκύτητα και ηρεμία στην έκφραση του προσώπου της που όμοια της δεν είχε ξαναδεί σε τόσο μωρό παιδί.

Την αγωνία και τις σκέψεις της τις διέκοψε η είσοδος του συζύγου της και η αποτυπωμένη στο πρόσωπο του έκφραση έκπληξης, θαυμασμού και απορίας. Είχε μείνει μ΄ ανοικτό το στόμα αποσβολωμένος, σαν να προσπαθούσε να πει κάτι αλλά κάποιος τον διέκοψε απότομα, στα τεράστια μαύρα θλιμμένα μάτια του διέκρινες τώρα την απόλυτη ικανοποίηση και χαρά και ένα πλατύ αλλά και πικρό χαμόγελο είχε σμιλευτεί στο οβάλ πρόσωπό του. Τελικά κατάφερε να ψελλίσει “είναι ολόιδια μ΄ εσένα, καλά δεν μπορούσε να πάρει κάτι κι από μένα” καταθέτοντας ταυτόχρονα το παράπονο του.
Ο Ερμής (τ΄ όνομα του συζύγου της, ελληνικής καταγωγής) έσκυψε και παρατήρησε με μεγαλύτερη προσοχή την κόρη του, ενώ ταυτόχρονα το πρόσωπο του είχε συννεφιάσει και η εμφάνιση της αμφισβήτησης είχε αντικαταστήσει τα αρχικά συναισθήματα, για το πώς αυτό το παιδί που τόσο έμοιαζε στην μητέρα του αλλά παράλληλα είχε και κάτι διαφορετικό παράξενο ακαθόριστο γι΄ αυτόν στην όψη του, θα μπορούσε να ήταν δικό του, γύρισε προς το μέρος της Βεατρίκης και διώχνοντας κάθε μαύρη σκέψη από το μυαλό και την ψυχή του, φίλησε την σύντροφο του απευθύνοντας της ταυτόχρονα την ερώτηση, “και πως νομίζεις ότι θα πρέπει να ονομάσουμε την μικρή μας πριγκίπισσα;”.
 
Η Βεατρίκη ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα της, εκπνέοντας παράλληλα ένα αναστεναγμό ανακούφισης, από την ταλαιπωρία του τοκετού ή μήπως από την διαπίστωση της αποδοχής της μικρής από τον σύζυγο της, που μόλις είχε κατατεθεί με τον πιο ολοφάνερο τρόπο μπροστά στα μάτια της.
Η αρχική σκέψη να δώσουν στην μικρή τ΄ όνομα του πατέρα της δεν της φάνηκε και τόσο καλή, αφού αφ΄ ενός μεν δεν ήθελε με κανένα τρόπο να δώσει την αφορμή για παράξενες σκέψεις στον σύντροφό της και το έναυσμα για επιπλέον αμφισβήτηση, αφ΄ ετέρου δε τόσο ο σύζυγός της όσο και οι λίγοι γνωστοί και φίλοι τους θα αναρωτιόταν και θα παραξενευόταν από την απόφαση να δώσει στην κόρη της ένα αντρικό όσο και παράξενο-παράδοξο όνομα που όμοιο του δεν υπήρχε στη Γη.
“Αντρια, τι λες γι αυτό, είναι παράφραση του Άντρεα, με προσφωνούσε μ΄ αυτό το όνομα η γιαγιά μου πριν μου δώσουν τ΄ όνομα Βεατρίκη οι γονείς μου”, απάντησε στο σύντροφό της η Βεατρίκη κρατώντας τον στην αγκαλιά της με στοργή και ανταποδίδοντας του το φιλί που μόλις της είχε δώσει αλλά με περίσσια τρυφερότητα, απορώντας με την ικανότητα, που είχε αποκτήσει από τότε που τον γνώρισε, να λέει μικρά ψέματα ή να του αποκρύπτει όλη την αλήθεια για το παρελθόν της με μια καταπληκτική ευχέρεια. Μια ικανότητα της φυλής μου από το πολύ μακρινό παρελθόν, χαμένο στο αχανές του σύμπαντος αναρωτήθηκε, ή μήπως μια ιδιότυπη μορφή αυτοάμυνας που καλλιεργήθηκε και ενισχυόταν καθημερινά από την μέρα της ανακάλυψης του μυστικού της, στην πιθανότητα μια λάθος κίνηση ή λέξη να οδηγήσει στην αποκάλυψη του.

ΝΕΑ ΖΩΗ.

Επέστρεψε από το μαιευτήριο μετά από τρεις μέρες, στο σπίτι της στο λόφο,(το μοναδικό δώρο που δέχθηκε ποτέ η Βεατρίκη από τους θετούς της γονείς) έχοντας συντροφιά όμως αυτή τη φορά, ένα πανάκριβο, μοναδικό και ανεκτίμητο στολίδι την κόρη της. Βάλθηκε μονομιάς να τακτοποιήσει τις τελευταίες λεπτομέρειες στο δωμάτιο της μικρής της κόρης που με μοναδικό τρόπο είχε δημιουργήσει στο διάστημα της εγκυμοσύνης της. Το δωμάτιο της Αντρια, που βρισκόταν ακριβώς δίπλα από το δικό της δωμάτιο είχε παράλληλα τον ίδιο οπτικά προσανατολισμό, ήταν ζωγραφισμένο με όλες τις δυνατές εναλλαγές χρωματικών αντιθέσεων που δημιουργούσε το τοπίο γύρω από το σπίτι. Τα γήινα χρώματα μαζί με την εξαίρετη από ξύλο βελανιδιάς επίπλωση έδιναν την αίσθηση της θαλπωρής και της ζεστασιάς, οι τοίχοι του που ήταν βαμμένοι σ΄ όλες τις αποχρώσεις του πελάγους με μια γαλέρα να αρμενίζει απαλά πάνω στα κύματα του, ξεκούραζαν με την πρώτη ματιά την ψυχή και το νου, ενώ το ταβάνι……….
Το ταβάνι αποτελούσε από μόνο του σημείο αναφοράς και εντυπωσιασμού για τον όποιο επισκέπτη.
Το σχήμα του είχε την μορφή ουράνιου νυκτερινού θόλου, όπου με εξαιρετική τεχνική βρισκόταν αποτυπωμένα όλα τα ουράνια σώματα ενώ ένας κρυφός αθόρυβος μηχανισμός επέτρεπε την κίνηση του έτσι ώστε ανά πάσα στιγμή η θέση των άστρων και των πλανητών να εναρμονίζεται με την πραγματική τους θέση στον νυκτερινό ουρανό που παρατηρούσες από την συγκεκριμένη τοποθεσία.
Η Αστρονομία, η μεγάλη αγάπη της Βεατρίκης μαζί με την Ζωγραφική, είχαν βρει το καταλληλότερο μέρος για να αποτυπωθούν και να ευδοκιμήσουν με τον πιο εντυπωσιακό αλλά και διδακτικό τρόπο για ένα παιδί. Περίοπτη και ευδιάκριτη θέση στον ουράνιο θόλο κατείχε ένα χρυσογαλαζοπράσινο άστρο στο ζενίθ και λίγο προς τα δεξιά, λίγο αστρονομικά περίεργο αυτό αφού το αστέρι αυτό δεν ήταν πια ορατό, αλλά όχι για την Βεατρίκη.
       
Το ηλιόλουστο ανοιξιάτικο πρωινό με την πανδαισία των χρωμάτων από τις εναλλαγές της εικόνας του τοπίου, γεμάτο από τις μεθυστικές μυρωδιές των κυκλάμινων και των ζουμπουλιών που ανέδυε ο λόφος, την μυρωδιά του νοτισμένου από την βραδινή υγρασία χώματος και την φρεσκάδα της θαλασσινής αύρας ήταν ιδανικό για τον οποιοδήποτε άνθρωπο, να χαλαρώσει, να ηρεμήσει και να ξεκουραστεί, αποδιώχνοντας όποιες έννοιες και σκέψεις από την μιζέρια της καθημερινότητας και το άγχος.
Για την Βεατρίκη όμως τα πράγματα εκείνη την ημέρα ήταν εντελώς διαφορετικά και ίσως για πρώτη φορά στην ζωή της, από τότε που πάτησε το πόδι της στο σπίτι του λόφου, δεν έδωσε καμιά σημασία στο τοπίο, στα χρώματά του και τ΄ αρώματά του.     
Μια σκέψη, σαν την ανταριασμένη θάλασσα που δε λέει να καταλαγιάσει παρασέρνοντας και καταστρέφοντας τα πάντα με μανία στο διάβα της, τυραννούσε και κατάτρωγε όλες αυτές τις μέρες το μυαλό της.
Στάθηκε για πολλοστή φορά στη ζωή της, προσπαθώντας να ηρεμήσει και να βάλλει σε μια τάξη τις σκέψεις της, μπροστά από το αγαπημένο της παράθυρο, αλήθεια αν αποφάσιζε ποτέ να μετρήσει με ώρες και λεπτά το χρόνο που είχε περάσει μπροστά του τότε αυτά σίγουρα θα έχαναν το νόημα και την όποια αξία είχαν, άλλοτε ζωγραφίζοντας, άλλοτε θαυμάζοντας το τοπίο και άλλοτε αναπολώντας την ζωή την καταγωγή και τον προορισμό της, αγναντεύοντας πότε προς το μονοπάτι με τα κυκλάμινα που οδηγούσε στην κορυφή του λόφου και πότε προς την μικρή παραλία που πέρα της απλωνόταν εκπληκτικά και επιβλητικά όμορφο το γαλαζοπράσινο πέλαγος.
Τον ειρμό των σκέψεων της διέκοψε, “μετά από πόση ώρα”, το κλάμα της κόρης της από το διπλανό δωμάτιο. Η ώρα του φαγητού για την μικρή είχε φτάσει και αυτό δεν σήκωνε καμιά αναβολή. Μετά την ιεροτελεστία του φαγητού της μικρής, επέστρεψε στον αγαπημένο της χώρο και βυθίστηκε πάλι στις σκέψεις της προσπαθώντας να τις φιλτράρει και να τις ταξινομήσει από την αρχή.   
Τελικά πήρε την απόφαση της, μη μπορώντας πλέον να αντέξει την αγωνία και την ανασφάλεια που τις δημιουργούσαν και προξενούσαν τα νέα δεδομένα και οι καταστάσεις.   
Ναι, έπρεπε να πάει πάλι, μετά από τόσο καιρό στην σπηλιά της και να “κουβεντιάσει” για τα νέα δεδομένα με τον πατέρα της.

ΕΣΩΨΥΧΟ.

Πήρε το κατηφορικό μονοπάτι που οδηγούσε στη μικρή παραλία με αργά βήματα, λες και δεν ήθελε να φτάσει σ΄ αντίθεση με όλες τις υπόλοιπες φορές που τα πόδια της είχαν φτερά. Παρακολουθούσε κάθε κομμάτι της διαδρομής με ιδιαίτερη προσοχή φρεσκάροντας και αναδιατάσσοντας τις αποτυπωμένες στο μυαλό της εικόνες. Κάθε λουλούδι κάθε πέτρα κάθε σχηματισμός μικρός ή μεγάλος στο μονοπάτι είχε ούτως ή άλλως γι΄ εκείνη ιδιαίτερη σημασία, αλλά αυτή την φορά αποκτούσαν νέα αξία νέα οντότητα είχαν νέα θεώρηση, όχι μόνο οπτική αλλά και δυναμική.
Το μαγευτικό δειλινό είχε προσδώσει στο ανοιξιάτικο τοπίο την αίσθηση της αναπόλησης και της αναδίφησης όταν έφτασε στην παραλία, ο ήλιος είχε ξεκινήσει το καθημερινό του μπάνιο στο βαθυγάλαζο πέλαγος και η Βεατρίκη δεν έχασε την ευκαιρία να απολαύσει για άλλη μια φορά το λουτρό του Φαέθοντα. Κάθισε στην αγαπημένη της θέση στην ακροθαλασσιά, την είχε καθορίσει με τέτοια οπτική την θέση, έτσι ώστε ο βράχος που κείτονταν στη είσοδο του κόλπου να κόβει τον δίσκο του ήλιου υπό συγκεκριμένη γωνία και το θέαμα της βύθισης στο νερό του Ζωοδότη θεού να είναι απαράμιλλα εντυπωσιακό.
 
Οι σκέψεις και οι αναμνήσεις άρχισαν να ξετυλίγονται σαν το κουβάρι, είδε ξανά την ζωή της να κυλά σαν κινηματογραφική ταινία σε αργή κίνηση με κάθε λεπτομέρεια. Θυμήθηκε και αναπόλησε τα πάντα, το πώς βρέθηκε στην μέση του ωκεανού να παλεύει με τα κύματα την διάσωση της από τους ψαράδες την πρώτη της επαφή με τους θετούς της γονείς στο ορφανοτροφείο την πρώτη εικόνα του σπιτιού στο λόφο τις επιδόσεις της στα μαθήματα του σχολείου την φοίτηση της στην σχολή της ζωγραφικής την αντιμετώπιση που είχε από την “οικογένεια της” όλα αυτά τα χρόνια την αποκάλυψη του μυστικού που έκρυβε το κουτί της την απόφαση της να μην ακολουθήσει τις παροτρύνσεις του πάτέρα της και να μην επικοινωνήσει ποτέ ξανά μαζί του. Ποτέ, τι μεγάλη κουβέντα, να που είχε έρθει πάλι η ώρα να συνομιλήσει μαζί του έχοντας την ανάγκη του για να λύσει τα νέα ερωτήματα της να πάρει την βοήθεια του να τις δώσει θάρρος και αυτοπεποίθηση και το σημαντικότερο απ΄ όλα να την συμβουλέψει και να την καθοδηγήσει.

Όχι, η Βεατρίκη ποτέ μέχρι σήμερα δεν είχε ακολουθήσει κατά γράμμα τις συμβουλές του και τις υποδείξεις του, πάντα τα φιλτράριζε όλα τα εξέταζε κάτω από το δικό της πρίσμα την δική της οπτική γωνία και τελικά έκανε αυτό που ήθελε και νόμιζε σωστό και η μέχρι τώρα πορεία της ζωής της την είχε δικαιώσει απόλυτα. Αλλά για όλους έρχεται η στιγμή που θαρρείς πως έχεις να περάσεις ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο ή ότι ακόμα έχεις φτάσει σε αδιέξοδο και μοναδική λύση εκείνη την στιγμή φαντάζει η επικοινωνία. Ναι είχε φτάσει σ΄ αδιέξοδο και η μοναδική έξοδος που ήταν ορατή ήταν η επικοινωνία με τον άνθρωπο που την έφερε στην ζωή, τον πατέρα της. Την έσωσε θυσιάζοντας με αυταπάρνηση τον εαυτό του από το προδιαγεγραμμένο τέλος της φυλής τους, δίνοντας της ταυτόχρονα ένα μοναδικό δώρο, όλη την σοφία και το απαύγασμα των γνώσεων του, που το είχε αγνοήσει συστηματικά και παραβλέψει τον τελευταίο καιρό. Έπρεπε με κάποιο τρόπο να επανορθώσει.

Ελεύθερη, ανεξάρτητη από κηδεμονίες και πατρωνίες, δεν συμβιβαζόταν ποτέ και με τίποτε, δεν υπήρχαν γι΄ αυτήν de facto καταστάσεις ούτε ασφαλώς πολύ περισσότερο a priori αποφάσεις, ανοικτό μυαλό σε κάθε ιδέα, με εκπληκτική κριτική ικανότητα εξαντλούσε όλα περιθώρια πριν αποφανθεί για οποιοδήποτε θέμα, πρόθυμη πάντα να συζητήσει με οποιονδήποτε για τ΄ οτιδήποτε, να βοηθήσει να συμβουλεύσει και να δώσει λύσεις, πολλές φορές είχε την ικανότητα να προβλέπει και να προφητεύει φοβίζοντας τους υπόλοιπους, αλλά και κλειστός χαρακτήρας, ρομαντική, λάτρης όλων των καλών τεχνών και ειδικά της ζωγραφικής, τρυφερή και στοργική συνάμα, μοναχική, δύσκολο-προσιτή, ήταν ο αυτό-προσδιορισμός της.   

 

 

<<site map

Χρόνος εκτέλεσης : 0.077 δευτερόλεπτα