ΧΟΡΗΓΟΙ

Αστρονομικό Γλωσσάρι


Aberration – Απόκλιση, Εκτροπή

Any optical defect and/or design error which causes any of the processed light to deviate from reaching the focal point, therefore reducing the quality of the image.

Κάθε οπτικό σφάλμα και / ή σχεδιαστικό / κατασκευαστικό λάθος που οφείλεται  στην διαδικασία απόκλισης του φωτός από το σημείο εστίασης και επομένως ελαττώνει την ποιότητα της εικόνας.



Absolute Magnitude – Απόλυτη Μεγέθυνση

The apparent brightness a star would have if placed at a distance of 10 parsecs from the earth.

Η φαινόμενη φωτεινότητα ενός άστρου που θα είχε αν το τοποθετούσαμε σε απόσταση 10 parsecs από τη Γη.



Achromatic Lens – Αχρωματικοί Φακοί

A refractor lens, made of two or sometimes three separate lenses, which has the effect of bringing most of the viewed colours to a sharp focus, thus reducing chromatic aberration.

Οι διαθλαστικοί φακοί κατασκευάζονται από δύο και μερικές φορές τρεις διαχωρισμένους φακούς, που έχουν σαν αποτέλεσμα να δίνουν στα ορατά χρώματα ακριβή  εστίαση, γι αυτό το λόγο ελαχιστοποιείται η χρωματική εκτροπή.


 

Alt-azimuth - Αλταζιμουθιακή

A simple mount that allows movement in altitude (up and down) and in azimuth (side to side).

Μια απλή βάση που επιτρέπει την κίνηση κατά σε ύψος (πάνω και κάτω) και σε αζιμούθιο (από μεριά σε μεριά).



Antireflection Coating – Στρώμα επικάλυψης για την αποφυγή της αντανάκλασης

A thin layer of film applied to an optical surface that reduces the loss of transmission of light.

Ένα λεπτό φιλμ στρώσης που εφαρμόζεται σε μια οπτική επιφάνεια που ελαχιστοποιεί την απώλεια από την μετάδοση του φωτός.



Aperture  –   Άνοιγμα / Διάφραγμα

The diameter of the primary mirror or lens.

Η διάμετρος του πρωτεύοντος κατόπτρου / καθρέφτη ή του φακού.



Asterism - Αστερισμός

A group of stars that appear to make an easily recognized shape, such as the "Big Dipper" or the "Coat hanger".

Μια ομάδα άστρων που φαίνεται να φτιάχνει ένα εύκολα αναγνωρίσιμο σχέδιο, όπως η Μεγάλη Άρκτος ή η Κρεμάστρα.



Barlow Lens – Φακοί Barlow

A "negative" lens which, when placed in front of the eyepiece, increases the focal length and magnification and decreases the field.

“Αρνητικοί” φακοί που όταν τοποθετηθούν μπροστά από το προσοφθάλμιο, μεγαλώνουν την εστιακή απόσταση και την μεγέθυνση και μειώνουν το πεδίο.


   

Catadioptric System – Καταδιοπτρικό Σύστημα

A system using both lens and mirror components to produce an image, allowing these telescopes to be more compact than other designs.

Το σύστημα που χρησιμοποιεί συνδυασμό φακών και κατόπτρων για να την παραγωγή εικόνας, επιτρέποντας σε αυτά τα τηλεσκόπια να είναι πιο συμπαγή από άλλες σχεδιάσεις.




Celestial Sphere  – Ουράνια Σφαίρα / Ουράνιος Θόλος

An imaginary ball with the earth at its centre. All astronomical bodies, disregarding their true distance, are assigned a two-dimensional location on the surface of this ball.

Μια φανταστική σφαίρα που περικλείει τη Γη στο κέντρο της. Όλα τα αστρονομικά σώματα, παραβλέποντας την πραγματική τους απόσταση, προσδιορίζονται από δύο διαστάσεων τοποθεσίες πάνω στην επιφάνεια της σφαίρας.



Chromatic Aberration  - Χρωματική Εκτροπή

The tendency of a lens to bend light of different colours by unequal amounts. It can produce nasty haloes around bright objects. A well-made achromatic lens reduces this problem.

Η τάση των φακών να αποκλίνουν το φως από διαφορετικά χρώματα προς ανόμοιες ποσότητες. Μπορεί να δημιουργήσουν άσχημη άλω γύρω από φωτεινά αντικείμενα. Ένας καλά κατασκευασμένος αχρωματικός φακός ελαττώνει το πρόβλημα.



Coated Optics – Επικαλυμμένα με στρώση Οπτικά

In lenses this is an antireflection coating. In mirrors a coating is applied that preserves the aluminum mirror surface.

Στους φακούς είναι ένα στρώμα επικάλυψης που αποτρέπει την αντανάκλαση. Στα κάτοπτρα χρησιμοποιείται για την προστασία της επαλουμινιουμένης επιφάνειας του καθρέφτη.




Collimation  - Ευθυγράμμιση

The process of aligning all the elements of an optical system. Collimation is routinely needed in reflectors, often in Catadioptric systems but seldom in refractors.

Η διαδικασία της ευθυγράμμισης όλων των στοιχείων ενός οπτικού συστήματος. Η ευθυγράμμιση είναι υποχρεωτική συνήθως στα κατοπτρικά, συχνή στα καταδιοπτρικά και σπάνια στα διοπτρικά.




Declination - Απόκλιση

Similar to Latitude on the Earth's surface, it is the distance in degrees North or South of the Celestial Equator (the projection of the Earth's Equator onto the Celestial Sphere). The degrees can be sub-divided into minutes and seconds.

Αντίστοιχη με το γεωγραφικό πλάτος στην επιφάνεια της Γης, η απόκλιση είναι η απόσταση σε μοίρες Βόρεια και Νότια του Ουράνιου Ισημερινού (η προβολή του Γήινου Ισημερινού στην Ουράνια Σφαίρα). Οι μοίρες μπορεί να υποδιαιρούνται σε λεπτά και δευτερόλεπτα.



Deep Sky -  Βαθύς Ουρανός

A name given by amateur astronomers to objects beyond our Sun and its planets.

Το όνομα έχει δοθεί από ερασιτέχνες αστρονόμους για τα αντικείμενα πέραν του Ήλιου μας και των πλανητών του.



Dew Cap – Κάλυμμα (καπάκι) Δρόσου

A tube extending forward from the front lens of a telescope. It prevents dew from forming on the lens as it cools down, and acts as a sunshade to reduce reflections during the day.

Το καπάκι του σωλήνα που εκτείνεται μπροστά από τους φακούς του τηλεσκοπίου. Προληπτικά για την αποφυγή δρόσου πάνω στους φακούς καθώς αυτοί ψύχονται, λειτουργεί και σαν τέντα σκιάς  για να μειώσει την ανάκλαση κατά την ημέρα.



Diagonal - Διαγώνιος

A mirror or prism system which changes the angle and orientation of the light rays coming from the telescope to the eyepiece.

Ένα κάτοπτρο ή ένα πρίσμα που αλλάζει την γωνία και τον προσανατολισμό του φωτός από τις ακτίνες που έρχονται από το τηλεσκόπιο στο προσοφθάλμιο.




Double Star  - Διπλό Άστρο

Two or more stars that appear very close in position. True double stars are in orbit about one another, while optical doubles simply seem close from our point of view.

Δύο ή περισσότερα άστρα τα οποία φαίνονται σε πολύ κοντινή θέση. Αληθινά διπλά άστρα είναι αυτά που περιστρέφονται το ένα γύρω από το άλλο , ενώ οπτικώς διπλά είναι αυτά που απλά φαίνονται κοντά από το σημείο που τα παρατηρούμε.




Eclipse – Έκλειψη

The blocking of one astronomical body by another as seen from the earth. The most common of these events are Solar and Lunar eclipses.

Η απόκρυψη ενός αστρονομικού σώματος από ένα άλλο καθώς το βλέπουμε από τη Γη. Το πιο σύνηθες γεγονός είναι η Ηλιακή και η Σεληνιακή έκλειψη. 



 
Equatorial Mount – Ισημερινή Βάση / Στήριξη

A telescope mount with an axis parallel to the axis of the earth. This provides easy tracking of sky objects and for photography when combined with a clock drive.

Βάση τηλεσκοπίου με ένα από τους άξονές του παράλληλο με τον άξονα της Γης. Αυτή  δίνει την δυνατότητα να ακολουθείται εύκολα ένα ουράνιο αντικείμενο και για φωτογράφηση όταν συνδυάζεται με αστροστάτη.



 
Exit Pupil – Έξοδος Κόρης Ματιού

This is the diameter of the beam of light from the eyepiece which reaches the pupil of the eye. It is usually expressed in mm, and determined by dividing the diameter of the primary (in mm) by the Magnification. Knowing this value and the diameter of your dilated pupil allows you to choose the eyepieces which will work best for you with a specific telescope.

Αυτή είναι η διάμετρος της δέσμης του φωτός από ένα προσοφθάλμιο που φτάνει στην κόρη του ματιού. Συνήθως εκφράζεται σε χιλιοστά (mm) και καθορίζεται από το πηλίκο της διαίρεσης της διαμέτρου (σε χιλιοστά) του πρωτεύοντος προς την μεγέθυνση. Γνωρίζοντας την τιμή και την διάμετρο της διευρυμένης κόρης του ματιού μας επιτρέπει να επιλέξουμε προσοφθάλμια που θα λειτουργούν καλύτερα για μας σε συνδυασμό με το συγκεκριμένο τηλεσκόπιο.



Eye Relief – Απόσταση / (Άνεση) Ματιού

The distance between the eyepiece lens and the position in which the eye must be placed to see through the telescope. Telescope users who wear eyeglasses while observing, appreciate the benefits of longer eye relief.

Η απόσταση μεταξύ του προσοφθάλμιου φακού και της θέσης στην οποία πρέπει να τοποθετηθεί το μάτι για να βλέπει μέσα από το τηλεσκόπιο. Οι χρήστες των τηλεσκοπίων που φορούν γυαλιά ενώ παρατηρούν εκτιμούν τα πλεονεκτήματα της μεγαλύτερης απόστασης.



Eyepiece -  Προσοφθάλμιο

Also called an ocular. This is a small tube that contains the lenses needed to bring a telescope's focus to a final image in the eye. Telescopes usually come with at least two eyepieces: one for low power and a second for a higher power view.

Επίσης ονομάζεται και προσοφθάλμιος φακός. Είναι ένας μικρός σωλήνας που περιέχει τους φακούς που χρειάζονται για να μεταφέρουν από την εστία του τηλεσκοπίου την εικόνα τελικά στο μάτι. Τα τηλεσκόπια συνήθως παρέχονται με τουλάχιστον δύο προσοφθάλμια: ένα για μικρή μεγέθυνση και ένα δεύτερο για υψηλή.




Field of View – Πεδίο Θέασης

The maximum view angle of an optical instrument. The number, in degrees, supplied by the manufacturer is the Apparent Field of View. To find the True Field of View (also known as the Actual Field of View), divide the Apparent Field of View by the Magnification.

Η μέγιστη γωνία θέασης ενός οπτικού οργάνου. Ο αριθμός, σε μοίρες, που δίνεται από τον κατασκευαστή είναι το Φαινόμενο Πεδίο Θέασης. Για να βρούμε την τιμή του Πραγματικού Πεδίου Θέασης (επίσης γνωστό και σαν Αληθές Πεδίο Θέασης), διαιρούμε το Φαινόμενο Πεδίο προς τη μεγέθυνση.
 




Filter - Φίλτρο

This is usually a disk of coloured glass or film that sits in front of the telescope eyepiece or objective. It transmits only certain wavelengths of light while rejecting others. (It is important to remember that a Solar filter must always be placed in front of the objective.)

Συνήθως είναι ένας δίσκος με χρωματιστά γυαλιά ή ένα φιλμ το οποίο τοποθετείται μπροστά από το προσοφθάλμιο ή το αντικειμενικό. Μεταδίδει μόνο συγκεκριμένα μήκη κύματος του φωτός ενώ απορρίπτει τα άλλα. (Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι το Ηλιακό φίλτρο πρέπει πάντα να τοποθετείται μπροστά από το αντικείμενο) 



 
Finderscope – Ερευνητής / Σκόπευτρο

A low power telescope attached parallel to the main instrument which provides easy object locating and telescope aiming.

Ένα μικρής μεγέθυνσης τηλεσκόπιο τοποθετείται παράλληλα στο κύριο όργανο και επιτρέπει τον εύκολο εντοπισμό αντικειμένων και την σκόπευση του τηλεσκοπίου.



 
Focal Length –  Εστιακό Μήκος / Εστιακή Απόσταση

The distance of the light path from the objective (primary lens or mirror) to the convergence of the beam. The convergent spot is called the Focus or Focal Point.

Η απόσταση της διαδρομής από τον αντικειμενικό (φακό ή κάτοπτρο) μέχρι τη σύγκλιση της δέσμης του φωτός. Το συγκλίνον σημείο ονομάζεται Εστία ή Σημείο Εστίασης. 



 
Focal Ratio – Εστιακός Λόγος

This is found by dividing an optical system's Focal Length by its Aperture. The resulting value is sometimes called the system's "speed".

Βρίσκεται διαιρώντας την εστιακή απόσταση ενός οπτικού συστήματος προς την διάμετρο / άνοιγμα / διάφραγμα. Η προκύπτουσα τιμή μερικές φορές ονομάζεται “ταχύτητα / γρηγοράδα” του συστήματος.



 
Focuser - Εστιαστής

A device which brings the light rays in a telescope to a precise focus. Common designs include geared (rack-and-pinion), gearless (Crayford-style) and helical.

Συσκευή που φέρνει τις ακτίνες του φωτός του τηλεσκοπίου σε ακριβή εστίαση. Οι πιο συνήθεις κατασκευές συμπεριλαμβάνουν συνδυασμό γραναζιών (βάση και οδοντωτούς τροχούς), χωρίς γρανάζια (τύπος Crayford) και ελικοειδή. 



Galactic Coordinates – Γαλακτικές Συντεταγμένες

A system of latitude and longitude defined by the plane of our galaxy rather than the equatorial system (RA and DEC) based on the celestial equator. Coordinates can also be specified locally, for example by Altitude and Azimuth.

Σύστημα γεωγραφικού μήκους και πλάτους που προσδιορίζεται από το επίπεδο του Γαλαξία μας καλλίτερα απ΄ ότι  το ισημερινό σύστημα (Ορθής Αναφοράς και Απόκλισης) βασισμένο στον ουράνιο ισημερινό Οι συντεταγμένες μπορεί επίσης να προσδιοριστούν τοπικά, όπως για παράδειγμα από το ύψος και το αζιμούθιο. 



 
Globular Cluster  - Σφαιρικό Σμήνος

A very old, large, dense cluster of stars, bound by gravity. Many form spherical clouds around galaxies. Our galaxy is surrounded by at least 130 globular clusters.

Ένα πολύ παλιό, μεγάλης πυκνότητας σμήνος άστρων δεσμευμένο από την βαρύτητα. Μεγάλος σχηματισμός σφαιρικών νεφών γύρω από γαλαξίες. Ο Γαλαξίας μας περιβάλλεται από τουλάχιστον 130 σφαιρικά σμήνη.




Lens - Φακοί

A transparent optical element consisting of one or more pieces of glass. A lens has curved surfaces that bring distant light to a focus.

Ένα διάφανο οπτικά στοιχείο περιέχει ένα ή περισσότερα κομμάτια από γυαλί. Ο φακός έχει στρογγυλεμένες επιφάνειες που του επιτρέπουν να φέρνει το απομακρυσμένο φως
στην εστία.
 



Magnifying Power – Μεγεθυντική Δύναμη / Ισχύς

The amount by which a system increases the apparent size of objects. Magnification is determined by dividing the Focal Length of the telescope by the Focal Length of the eyepiece.

Το ποσό με το οποίο ένα σύστημα αυξάνει την φαινόμενη διάσταση ενός αντικειμένου. Η μεγέθυνση προσδιορίζεται από το πηλίκο της διαίρεσης της Εστιακής Απόστασης του τηλεσκοπίου προς του προσοφθαλμίου.



 
Meteor – Μετέωρο / Διάττων

The bright flash of light seen when a piece of material from space (a meteoroid) burns up in the earth's atmosphere. A piece of this material which reaches the ground, is called a meteorite.

Η φωτεινή λάμψη φωτός που φαίνεται όταν ένα κομμάτι υλικού από το διάστημα (μετεωροειδές) καίγεται κατά την είσοδό του στη Γήινη ατμόσφαιρα. Το τμήμα του υλικού που φτάνει στο έδαφος λέγεται μετεωρίτης.



Mirror – Κάτοπτρο / Καθρέφτης

In a telescope, it is a highly polished surface made to reflect light. Primary mirrors are usually made spherical or paraboloidal (parabolic) to focus the light rays.

Στα τηλεσκόπια, είναι μια πολύ γυαλισμένη επιφάνεια που είναι κατασκευασμένη για να ανακλα το φως. Τα πρωτεύοντα κάτοπτρα συνήθως είναι σφαιρικά ή παραβολικά για να εστιάζουν τις ακτίνες του φωτός.



Nebula - Νεφέλωμα

A cloudy object composed of gas and dust which glows with its own light is called an emission nebula while one illuminated by the starlight of nearby bright stars is a reflection nebula. A cloud of dust which blocks light from star fields or bright nebulae beyond it is a dark nebula.

Ένα συννεφώδες αντικείμενο που συνδυάζει αέρια και σκόνη που λαμπυρίζει από το δικό του φως ονομάζεται νεφέλωμα εκπομπής ενώ ένα φωτισμένο από αστρικό φως που προέρχεται από άστρα της περιοχής ή από μακριά φωτεινά νεφελώματα ονομάζεται σκοτεινό νεφέλωμα.




Objective – Αντικειμενικός Φακός

The primary or largest element in an optical system; sometimes called the "fixed optics."

Το κύριο από το μεγαλύτερο στοιχείο ενός οπτικού συστήματος, το οποίο μερικές φορές ονομάζεται και “σταθερό οπτικό”



 
Open Cluster – Ανοικτό Σμήνος

A group of stars, normally resolvable, which are bound together gravitationally. They are usually about the same age, having being born together from a collapsing nebula.

Μια ομάδα αστεριών, συνήθως ευδιάκριτα, που δεσμεύονται μεταξύ τους από την βαρυτική δύναμη. Συνήθως είναι της ίδιας ηλικίας, έχοντας γεννηθεί μαζί από την κατάρρευση ενός νεφελώματος.



 
Optical Tube Assembly – Συναρμολόγηση Οπτικού Σωλήνα

The housing and optical train of a telescope; not including the mount, diagonal, eyepiece or accessories.

Η τοποθέτηση και η αλληλουχία της διάταξης των οπτικών του τηλεσκοπίου που δεν συμπεριλαμβάνει την βάση, τα προσοφθάλμια και τα συμπληρωματικά εξαρτήματα.



Parabolic Mirror – Παραβολικό Κάτοπτρο / Καθρέφτης

A parabolic or more accurately a "paraboloidal" mirror, is ground to a shape which brings all incoming light rays to a perfect focus, on axis.

Το παραβολικό ή ακριβέστερα παραβολοειδές κάτοπτρο βασίζεται σε διαμόρφωση που φέρνει όλες τις εισερχόμενες ακτίνες του φωτός σε μια τέλεια εστία πάνω στον άξονα.



 
Planetary Nebula – Πλανητικό Νεφέλωμα

A circular or oblong region of gas that has been thrown off by a central star. Its name comes from its apparent similarity to the disk of a planet seen in a very small telescope.

Μια κυκλική ή επιμήκης περιοχή αερίων τα οποία έχουν “πεταχτεί” από ένα κεντρικό άστρο. Το όνομά τους έρχεται από την φαινομενική ομοιότητα με τον δίσκο των πλανητών που φαίνεται μέσα από πολύ μικρά τηλεσκόπια. 



 
Polar Axis – Πολικός Άξονας

A telescope mount's axis that is parallel with the earth's axis. With a drive motor, the motion of stars due to the earth's movement can be counteracted so that they remain in the field.

Ο άξονας της βάσης του τηλεσκοπίου που είναι παράλληλος με τον άξονα της Γης. Με ένα αστροστάτη η κίνηση των άστρων που οφείλεται στην κίνηση της Γης, μπορεί να ισοσταθμιστεί έτσι ώστε να παραμένει το άστρο στο πεδίο.




Power – Δύναμη / Ισχύς

See Magnifying Power.

Βλέπε Ισχύς Μεγέθυνσης



 
Prime Focus – Κύρια Εστία

The focal point of the objective mirror or lens.

Το εστιακό σημείο του πρωτεύοντος κατόπτρου ή του φακού.




Resolution - Ανάλυση

The ability of an optical system to reveal details.

Η ικανότητα ενός οπτικού συστήματος στην αποκάλυψη λεπτομερειών.



 
Resolving Power – Διακριτική  / Διαχωριστική Ικανότητα

The ability of a telescope to separate closely positioned points.

Η ικανότητα του τηλεσκοπίου να διαχωρίζει πολύ κοντινά μεταξύ τους αντικείμενα


 

Right Ascension – Ορθή Αναφορά

Similar to but not the same as Latitude on the Earth's surface. It is the position eastwards from the Vernal Equinox, in 24 one-hour units. The hours can be sub-divided into minutes and seconds.

Παρεμφερής αλλά όχι ίδια με το γεωγραφικό πλάτος της επιφάνειας στη Γη. Είναι η θέση ανατολικότερα από την εαρινή ισημερία, σε 24ωρες μονάδες μέτρησης. Οι ώρες μπορούν να υποδιαιρεθούν σε λεπτά και σε δευτερόλεπτα.



Setting Circles – Κύκλοι Κατεύθυνσης

Circular scales attached to the telescope. They are marked off in degrees of Declination and hours of Right Ascension. Together, the circles allow the position of a known object to be found by setting the dials to the equatorial coordinates.

Κυκλικές βαθμονομημένες κλίμακες είναι τοποθετημένες στα τηλεσκόπια. Είναι σημειωμένες σε μοίρες της απόκλισης και σε ώρες της ορθής αναφοράς. Ο συνδυασμός των κυκλικών δίσκων επιτρέπει την τοποθέτηση των ισημερινών συντεταγμένων ενός αντικειμένου με σκοπό την ανεύρεση του.



 
Spherical Aberration – Σφαιρική Εκτροπή

A blurring of the image caused by the inability of a spherical mirror to focus all light from infinity to one focal point. Light rays from the edge of the spherical mirror focus to different points than those from the centre.

Η μη καθαρότητα του ειδώλου που οφείλεται στην αδυναμία ενός σφαιρικού καθρέφτη να εστιάσει όλο το φως σε ένα εστιακό σημείο. Οι ακτίνες του φωτός από την άκρη ενός σφαιρικού καθρέφτη εστιάζονται σε διαφορετικά σημεία παρά κοντά στο κέντρο.



 
Star Cluster – Σμήνος Άστρων

A group of stars that travel together through space. See Globular Cluster and Open Cluster.

Ομάδα από άστρα που ταξιδεύουν μαζί μέσα στο διάστημα. Δείτε επίσης Σφαιρικά και Ανοικτά Σμήνη.



True Field – Αληθές Πεδίο

How much sky, in angular measure, is available at the eyepiece. It is contrasted with Apparent Field, which measures the field of the eyepiece alone.

Πόσο πολύ ουρανό, μετρούμενο σε μοίρες, είναι διαθέσιμο στο προσοφθάλμιο. Αντιπαραβάλλεται με το Φαινόμενο Πεδίο, το οποίο μετράει το πεδίο του προσοφθαλμίου αποκλειστικά. 



Widefield Eyepiece – Προσοφθάλμιο Ευρέως Πεδίου

An eyepiece with an Apparent field of more than 50 degrees.

Το προσοφθάλμιο που έχει Φαινόμενο Πεδίο μεγαλύτερο των 50 μοιρών.


 

Zenith - Ζενίθ

The point in the sky directly overhead.

Το σημείο του ουρανού ακριβώς από πάνω μας.



 
Zoom Lens – Φακός Μεταβλητής Εστίας

An optical system which provides a variable focal length.

Το οπτικό σύστημα που επιτρέπει μεταβλητή εστιακή απόσταση.

 

 

<<site map

Χρόνος εκτέλεσης : 0.121 δευτερόλεπτα